Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Αναμένεται η απόφαση του ΣτΕ για το σύστημα επιλογής Διευθυντών των Σχολείων

Στην Ολομέλεια του ΣτΕ εισηγητής είναι ο ίδιος που ήταν και στο Γ τμήμα το οποίο ωστόσο είχε παραπέμψει την υπόθεση στην Ολομέλεια.
Δημοσίευση: 25/09/2016

ΡΕΠΟΡΤΑΖ ESOS
Την ερχόμενη Παρασκευή, πιθανολογείται, ότι η Ολομέλεια του Συμβουλίου   της Επικρατείας θα εκδώσει την απόφαση σχετικά με την προσφυγή της Πανελλήνιας Ένωσης Διευθυντών  Εκπαίδευσης και 57 Διευθυντών Σχολείων , στο ζήτημα της συνταγματικότητας και την νομιμότητας της κανονιστική πράξης που αφορά τις επιλογές στελεχών σύμφωνα με το Νόμο 4327/2015 των «Μπαλτά-Κουράκη».
Τόσο  από το ΣτΕ όσο και από του Νομικούς που έκαναν την προσφυγή δεν έχει διαρρεύσει προς το παρόν καμία πληροφορία σχετικά με την απόφαση.
Ετσι το esos περιορίζεται να υπενθυμίσει το σημαντικό γεγονός ότι  και στην Ολομέλεια του ΣτΕ εισηγητής είναι ο ίδιος που ήταν και στο Γ τμήμα το οποίο ωστόσο είχε παραπέμψει την υπόθεση στην Ολομέλεια.
Υπενθυμίζεται ότι το  Γ  τμήμα του ΣτΕ, ομόφωνα:
Α.  Εκανε δεκτό το αίτημα του έννομου συμφέροντος όσων προσέφυγαν
Β. Εκρινε ότι  τίθενται σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας και νομιμότητας τα οποία και
Γ.  Παρέπεμψε  για συζήτηση  στην Ολομέλεια του Συμβουλίου Επικρατείας λόγω της κρισιμότητάς τους.
Οι Σύμβουλοι Επικρατείας  αποφάνθηκαν ότι ο νέος τρόπος επιλογής είναι αντίθετος στις συνταγματικές αρχές της «ισότητας και αξιοκρατίας και δη στην αρχή της ελεύθερης προσβάσεως και σταδιοδρομίας κάθε ¨Έλληνα στις δημόσιες θέσεις κατά τον λόγο της προσωπικής του αξίας και ικανότητας, διότι δεν εξασφαλίζονται οι προϋποθέσεις αξιοκρατικής κρίσεως».
Η αντισυνταγματικότητα αφορά στο γεγονός ότι η διαδικασία επιλογής και τοποθέτησης από το σύλλογο διδασκόντων προβλέπεται με μυστική ψηφοφορία: «η διαδικασία της μυστικής ψηφοφορίας ως διαδικασία αναδείξεως οργάνων εν γένει διοικήσεις προσιδιάζει σε αυτοδιοικούμενες μονάδες ή είναι πρόσφορη σε περίπτωση αναδείξεως εκπροσώπων στα όργανα αυτά, όχι όμως στις σχολικές μονάδες της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, οι οποίες ανήκουν εκ του Συντάγματος στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους, η διοίκηση των οποίων πρέπει να αναδεικνύεται στο πλαίσιο διαφανούς και αντικειμενικής διαδικασίας, κατάλληλης για την διασφάλιση της ενιαίας και ομοιόμορφης εφαρμογής των οριζομένων κριτηρίων».
Οι  δικαστές έκριναν επίσης ότι προσκρούει στο Σύνταγμα και το γεγονός ότι δεν αξιολογούνται με αιτιολογία τα προσόντα των υποψηφίων που σχετίζονται με το κριτήριο της συμβολής στο εκπαιδευτικό έργο, της προσωπικότητας και της γενικής συγκροτήσεως του υποψηφίου.
Η απόφαση του Γ τμήματος του ΣτΕ είχε  ως εξής:
Αριθμός 865/2016
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2015, με την εξής σύνθεση: Αικ. Συγγούνα, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος, Φ. Ντζίμας, Δ. Μακρής, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Α. – Μ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Σ. Κωνσταντίνου, Δ. Βανδώρος, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Νικ. Βασιλόπουλος.
Για να δικάσει την από 8 Ιουνίου 2015 αίτηση:
των:........
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθούν: α) η Φ.361.22/26/ 79840/Ε3/19.5.2015 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων και β) οι Φ.361.22/27/80025/Ε3/19.5.2015, Φ.361.22/31/81732/Ε3/21.5.2015 και Φ.361.22/33/ 83657/Ε3/26.5.2015 εγκύκλιοι του ιδίου Αναπληρωτή Υπουργού και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Μακρή.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξούσιους των αιτούντων, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (1391812, 4079696/2015 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
2. Επειδή με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η ακύρωση α) της Φ.361.22/26/ 79840/Ε3/19.5.2015 αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων «Καθορισμός της διαδικασίας υποβολής αιτήσεων και επιλογής διευθυντών σχολικών μονάδων και εργαστηριακών κέντρων» (Β΄ 915/20.5.2015), β) των Φ.361.22/27/80025/Ε3/19.5.2015, Φ.361.22/31/81732/Ε3/21.5.2015 και Φ.361.22/33/ 83657/Ε3/26.5.2015 εγκυκλίων του ιδίου Αναπληρωτή Υπουργού, με τις οποίες παρέχονται διευκρινίσεις σχετικά με την επιλογή των υποψηφίων διευθυντών όλων των σχολικών μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως και γ) κάθε άλλης σχετικής, προγενέστερης ή μεταγενέστερης πράξεως ή παραλείψεως της Διοικήσεως και ιδίως των προσκλήσεων εκδηλώσεως ενδιαφέροντος για την συμμετοχή στην διαδικασία επιλογής διευθυντών όλων των τύπων σχολικών μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως στις περιφερειακές ενότητες της Χώρας.
3. Επειδή η υπόθεση εισάγεται λόγω σπουδαιότητας στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος με την από 17.6.2015 πράξη της Προέδρου του.
4. Επειδή με τις προσβαλλόμενες εγκυκλίους, οι οποίες απευθύνονται στις Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης, στις Διευθύνσεις Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και στις Διευθύνσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης της Χώρας, παρέχονται διευκρινίσεις σχετικά με την επιλογή των υποψηφίων διευθυντών όλων των σχολικών μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως και το χρονοδιάγραμμα της διαδικασίας αυτής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του ν. 4327/2015 και της Φ.361.22/26/ 79840/Ε3/19.5.2015 αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων. Με το περιεχόμενο, όμως, αυτό οι πράξεις αυτές ουδεμία νέα ρύθμιση εισάγουν και ουδεμία έννομη συνέπεια επάγονται, αλλά έχουν χαρακτήρα απλών ερμηνευτικών εγκυκλίων, με τις οποίες παρέχονται οδηγίες και διευκρινίσεις στις αρμόδιες υπηρεσίες για την εφαρμογή των αναφερθεισών ρυθμίσεων και για τον λόγο αυτό δεν έχουν εκτελεστό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, απαραδέκτως προσβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση (ΣτΕ 844/2013 επταμελής, 3769/2012 επταμελής, 31/2008 επταμελής, 2818-19/2007 επταμελής, 1332/2000 Ολομέλεια, κ.ά.).
5. Επειδή κατά τα ρητώς οριζόμενα στο άρθρο 17 παράγραφος 3 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), η αόριστη μνεία στο δικόγραφο της αιτήσεως ακυρώσεως ως συμπροσβαλλόμενης «και κάθε άλλης συναφούς πράξης ή παράλειψης» δεν υποχρεώνει το Δικαστήριο να ερευνήσει την υπόθεση από την άποψη αυτή (πρβλ. και ΣτΕ 4200/2015, 910/2011, 14 - 15/2010 κ.ά.). Συνεπώς η αόριστη μνεία στο δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως ακυρώσεως ως προσβαλλόμενης και κάθε συναφούς πράξεως ή παραλείψεως, προγενέστερης ή μεταγενέστερης, της Διοικήσεως και ιδίως των προσκλήσεων εκδηλώσεως ενδιαφέροντος για την συμμετοχή στην διαδικασία επιλογής διευθυντών όλων των τύπων σχολικών μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως δεν υποχρεώνει το Δικαστήριο να ερευνήσει την υπόθεση από την άποψη αυτήν.
6. Επειδή οι αιτούντες επιδιώκουν την ακύρωση της Φ.361.22/26/ 79840/Ε3/19.5.2015 υπουργικής αποφάσεως κατά το μέρος που με αυτήν ρυθμίζεται η επιλογή διευθυντών σχολικών μονάδων, προβάλλοντας ότι οι υπ’ αριθμ. 1 – 47 και 49 – 58 από τους αυτούς υπηρετούν ως εκπαιδευτικοί (ως διευθυντές σχολικών μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ως προϊστάμενοι εκπαιδευτικών θεμάτων σε διευθύνσεις πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αντιστοίχως) και ότι το υπ’ αριθμ. 48 αιτούν σωματείο με την επωνυμία «Πανελλήνια Ένωση Διευθυντών Εκπαίδευσης» έχει, σύμφωνα με το προσκομισθέν καταστατικό του, ως τακτικά μέλη όλους τους εν ενεργεία εκπαιδευτικούς που υπηρετούν ως διευθυντές εκπαίδευσης στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ως σκοπούς, μεταξύ άλλων, την συμβολή στην διαμόρφωση της εθνικής πολιτικής για την παιδεία και τον εκσυγχρονισμό της διοίκησης του εκπαιδευτικού συστήματος και την προαγωγή της διοίκησης της εκπαίδευσης. Εν όψει της ιδιότητας των αιτούντων φυσικών προσώπων και των σκοπών του αιτούντος σωματείου που προαναφέρθηκαν, με έννομο συμφέρον αμφισβητείται με την κρινόμενη αίτηση η νομιμότητα ρυθμίσεων περί την επιλογή των προϊσταμένων σχολικών μονάδων που αφορούν την διοίκηση της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως.
7. Επειδή το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 16 ότι: «1. ... 2. Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους ... 4. Όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας ... στα κρατικά εκπαιδευτήρια. 5. Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ... (τα οποία) τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους ...». Όπως έχει ήδη κριθεί, από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ο συνταγματικός νομοθέτης αναθέτει την αποστολή της παιδείας ευθέως στο Κράτος και ότι οι αρμοδιότητες που σχετίζονται με την παιδεία και την εν γένει λειτουργία αυτής, ως εκ της φύσεως και της σπουδαιότητάς τους επιβάλλεται από τον συντακτικό νομοθέτη να ανατίθενται ευθέως σε κρατικά ή περιφερειακά κρατικά όργανα. Ειδικότερα ως προς την πρωτοβάθμια κ αι δευτεροβάθμια εκπαίδευση το Σύνταγμα αναγνωρίζει την αποκλειστική ευθύνη και αρμοδιότητα του Κράτους για την διοίκηση, την εποπτεία και την λειτουργία των δημόσιων εκπαιδευτηρίων (βλ. ΣτΕ 3449/2002 επταμελής, 28, 3262/2002, 2039/2001, 2479/2000, 3444/1998 Ολομέλεια κ.ά.).
8. Επειδή όπως έχει κριθεί, οι αρχές της ισότητας και της ίσης προσβάσεως στις δημόσιες θέσεις, τις οποίες καθιερώνει το άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 4 του Συντάγματος, αποτελούν συνταγματικό κανόνα που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες.
Ο κανόνας αυτός δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της πολιτείας και ειδικότερα τόσο τον κοινό νομοθέτη κατά την ενάσκηση της νομοθετικής λειτουργίας όσο και την Διοίκηση, όταν θεσπίζει κατά νομοθετική εξουσιοδότηση κανονιστική ρύθμιση.
Η παραβίαση των συνταγματικών αυτών αρχών ελέγχεται από τα δικαστήρια, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας εκάστου με ίσους όρους.
Κατά τον δικαστικό αυτό έλεγχο, που είναι έλεγχος ορίων και όχι της ορθότητας των νομοθετικών επιλογών, αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη ή την κατ΄ εξουσιοδότηση θεσμοθετούσα Διοίκηση η ευχέρεια να ρυθμίσει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με κάθε μία από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρυθμίσεως. Πρέπει, όμως, η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν τόσο την έκδηλα άνιση μεταχείριση, με τη μορφή της εισαγωγής καθαρά χαριστικού μέτρου μη συνδεόμενου προς αξιολογικά κριτήρια ή της επιβολής αδικαιολόγητης επιβαρύνσεως, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες, με βάση όλως τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια (ΣτΕ 1205/2015, 986-988/2014 Ολομέλεια, 2756/2011, 2462/2010 επταμελής, 4498/2005, 2396/2004 Ολομέλεια, 1252-1253/2003 Ολομέλεια κ.ά.). Περαιτέρω, η αρχή της αξιοκρατίας, η οποία απορρέει από το άρθρο 5 παράγραφος 1 του Συντάγματος, υπαγορεύει όπως η πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις και αξιώματα γίνεται με κριτήρια που συνάπτονται με την προσωπική αξία και ικανότητα των ενδιαφερομένων για την κατάληψή τους (ΣτΕ 1205/2015, 959, 1539, 1997/2015 Ολομέλεια, 3584/2013 επταμελής, 2756/2011, 2462/2010 επταμελής, 2396/2004 Ολομέλεια κ.ά.).
9. Επειδή ως εγγύηση τηρήσεως των συνταγματικών αρχών της ισότητας και της αξιοκρατίας και, ειδικότερα, της ελεύθερης προσβάσεως και σταδιοδρομίας κάθε Έλληνα στις δημόσιες θέσεις κατά τον λόγο της προσωπικής του αξίας και ικανότητας (άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 4 και άρθρο 5 παράγραφος 1 του Συντάγματος), της διαφάνειας (άρθρο 103 παράγραφος 7 του Συντάγματος), που κατά την έννοιά της, καταλαμβάνει όχι μόνο την διαδικασία εισόδου στο υπαλληλικό σώμα αλλά και, περαιτέρω, εν γένει τις διαδικασίες εξελίξεως (προαγωγής και αναθέσεως καθηκόντων) των δημοσίων υπαλλήλων, καθώς και του κράτους δικαίου (άρθρο 25 παράγραφος 1 του Συντάγματος), επί διαδικασίας εξελίξεως υπαλλήλων του Δημοσίου με επιλογή υποψηφίων κατόπιν αξιολογήσεως των ουσιαστικών προσόντων και της προσωπικότητάς τους, επιβάλλεται να προκύπτουν από τα στοιχεία του φακέλου η διενεργηθείσα από το αρμόδιο όργανο σχετική κρίση και τα δεδομένα εν όψει των οποίων αυτή εξηνέχθη.
Ειδικότερα στην περίπτωση κατά την οποία προβλέπεται ότι η αξιολόγηση της προσωπικότητας, της ικανότητας και της εν γένει καταλληλότητας για την άσκηση των καθηκόντων διενεργείται μέσω συνεντεύξεως των υποψηφίων, πρέπει να τηρείται πρακτικό στο οποίο να αναφέρεται, έστω συνοπτικά, το περιεχόμενο της συνεντεύξεως με μνεία των ερωτήσεων που υποβλήθηκαν από το αρμόδιο όργανο και των απαντήσεων που δόθηκαν από τους υποψήφιους.
Περαιτέρω πρέπει να εκφέρεται εξατομικευμένη για κάθε υποψήφιο κρίση από το αρμόδιο όργανο ως προς την αξιολόγηση της παρουσίας του και, ειδικότερα, για την προσωπικότητά του και την εν γένει ικανότητά του να ασκεί τα κρίσιμα καθήκοντα που απαιτούν ανάλογες ικανότητες και προσόντα (επί διευθυντικών στελεχών: ευχέρεια προγραμματισμού, συντονισμού, αναλήψεως πρωτοβουλιών, λήψεως αποτελεσματικών αποφάσεων και διαχειρίσεως κρίσεων).
Με την αιτιολόγηση της αναφερθείσας κρίσεως σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου αφενός εξασφαλίζονται οι προϋποθέσεις αμερόληπτης και αξιοκρατικής κρίσεως και αφετέρου καθίσταται γνωστή στους υποψήφιους και ελέγξιμη από τον ακυρωτικό δικαστή, εν όψει του κατά το άρθρο 20 παράγραφος 1 του Συντάγματος δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας και του άρθρου 95 παράγραφος 1 εδάφιο α΄ του Συντάγματος περί κατοχυρώσεως της αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η αξιολόγηση των υποψηφίων κατά την σχετική διαδικασία (ΣτΕ 2162/2014, 3766/2012 επταμελής, 148/2011 επταμελής, 3052, 3058/2009 Ολομέλεια κ.ά.).
10. Επειδή αρχικώς με τον ν. 3848/2010 (Α΄ 71/19.5.2010) ορίσθηκε ότι για τις θέσεις στελεχών της δημόσιας εκπαίδευσης (στους οποίους περιλαμβάνονται οι διευθυντές σχολικών μονάδων) επιλέγονται εκπαιδευτικοί με βάση αξιολογικούς πίνακες επιλογής, οι οποίοι ισχύουν για τέσσερα έτη (άρθρο 10), καθορίσθηκαν οι προϋποθέσεις επιλογής (όπως είναι η εκπαιδευτική υπηρεσία στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια εκπαίδευση) και τα κωλύματα (άρθρο 11), καθώς και τα κριτήρια επιλογής των στελεχών της εκπαίδευσης (άρθρο 12).
Το κριτήριο της γνώσεως του αντικειμένου του προς άσκηση έργου, η οποία συνάγεται από την επιστημονική-παιδαγωγική συγκρότηση και κατάρτιση και την υπηρεσιακή κατάσταση, καθοδηγητική και διοικητική εμπειρία, βάσει του φακέλου του υποψηφίου και των αποδεικτικών στοιχείων που υποβάλλονται (άρθρο 12 παράγραφος 1 εδάφιο α΄), αποτιμάται με συγκεκριμένες κατ’ ανώτατο όριο μονάδες (24 και 14, αντιστοίχως) με αντικειμενικό -μαθηματικό τρόπο (άρθρο 14 παράγραφοι 2 και 3).
Το κριτήριο της προσωπικότητας και της γενικής συγκροτήσεως του υποψηφίου αξιολογείται με προφορική συνέντευξη ενώπιον του αρμοδίου συμβουλίου επιλογής (άρθρο 12 παράγραφος 1 εδάφιο β΄), για την αποτίμηση δε των στοιχείων αυτών ορίζονται 15 κατ’ ανώτατο όριο μονάδες και προβλέπεται ότι γίνεται χρήση έντυπων υποδειγμάτων που περιλαμβάνουν τα αξιολογούμενα στοιχεία και υποχρεώνουν κάθε μέλος του συμβουλίου να δώσει ξεχωριστή και αιτιολογημένη βαθμολογία και η οποία μαγνητοφωνείται για την διασφάλιση της διαφάνειας (άρθρο 14 παράγραφος 3 εδάφιο γ΄ σε συνδυασμό με το άρθρο 13 παράγραφοι 4 και 5).
Το κριτήριο της συμβολής του υποψηφίου στο εκπαιδευτικό έργο από τις θέσεις που έχει υπηρετήσει αποτιμάται με 12 μονάδες κατ’ ανώτατο όριο με βάση τις αξιολογικές εκθέσεις του που προβλέπονται στον νόμο (άρθρο 12 παράγραφος 1 εδάφιο γ΄ και 14 παράγραφος 3 εδάφιο δ΄).
Η επιλογή ενεργείται από συμβούλια επιλογής που συνιστώνται στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας, από τα ανώτερα περιφερειακά υπηρεσιακά συμβούλια με την συμμετοχή επιπλέον μελών, και, από τα οικεία περιφερειακά υπηρεσιακά συμβούλια με τη συμμετοχή κατά περίπτωση επιπλέον μελών (άρθρο 16).
Οι υποψήφιοι κατατάσσονται σε πίνακα με βάση το άθροισμα των αξιολογικών μονάδων που συγκεντρώνουν κατά την αποτίμηση των προαναφερθέντων κριτηρίων, οι οποίοι τελικώς κυρώνονται από τον περιφερειακό διευθυντή εκπαίδευσης (άρθρα 12 παράγραφος 2 και 21).
Η τοποθέτηση σε θέσεις διευθυντών σχολικών μονάδων γίνεται με απόφαση του περιφερειακού διευθυντή εκπαίδευσης, ύστερα από πρόταση του οικείου περιφερειακού υπηρεσιακού συμβουλίου με βάση την σειρά εγγραφής των υποψηφίων στον αξιολογικό πίνακα επιλογής και τις δηλωθείσες προτιμήσεις (άρθρο 24 παράγραφος 7).
Ακολούθησε ο ν. 4327/2015 (Α΄ 50/14.5.2015), ο οποίος ορίζει στο κεφάλαιο Γ΄ (επιλογή στελεχών) τα εξής: άρθρο 16 (πίνακες επιλογής στελεχών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης) Το άρθρο 10 του ν. 3848/2010 … αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«1. Για την πλήρωση των θέσεων των στελεχών της δημόσιας εκπαίδευσης, οι οποίες μνημονεύονται στις επόμενες παραγράφου ς, επιλέγονται εκπαιδευτικοί της δημόσιας εκπαίδευσης με βάση πίνακες επιλογής, που καταρτίζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.
2. Για την επιλογή και τοποθέτηση στις παραπάνω θέσεις καταρτίζονται οι ακόλουθοι πίνακες επιλογής
: α) … στ) Διευθυντών δημοτικών σχολείων, ζ) Διευθυντών γυμνασίων, η) Διευθυντών Γενικών Λυκείων (ΓΕ.Λ.), θ) Διευθυντών Επαγγελματικών Λυκείων (ΕΠΑ.Λ.), ι) Διευθυντών Εργαστηριακών Κέντρων (Ε.Κ.), ια) Διευθυντών Σχολικών Μονάδων Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης (Σ.Μ.Ε.Α.Ε.) Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, ιβ) Διευθυντών γυμνασίων Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης (Ε.Α.Ε.), ιγ) Διευθυντών λυκείων Ε.Α.Ε., ιδ) Διευθυντών ειδικών επαγγελματικών γυμνασίων, ιε) Διευθυντών ειδικών ΕΠΑ.Λ., ιστ) … , ιζ) Διευθυντών πειραματικών δημοτικών σχολείων, ιη) Διευθυντών πειραματικών και προτύπων γυμνασίων, ιθ) Διευθυντών πειραματικών και προτύπων γενικών λυκείων, κ) Διευθυντών μουσικών σχολείων, κα) Διευθυντών καλλιτεχνικών σχολείων, κβ) … κθ) … », άρθρο 17 (Προϋποθέσεις επιλογής) Το άρθρο 11 του ν. 3848/2010 … , όπως έχει τροποποιηθεί, αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«1. Ως Διευθυντές Εκπαίδευσης επιλέγονται …
2. Ως Διευθυντές σχολικών μονάδων και Ε.Κ. επιλέγονται εκπαιδευτικοί της οικείας βαθμίδας με δεκαετή (10) τουλάχιστον εκπαιδευτική υπηρεσία, οι οποίοι έχουν ασκήσει διδακτικά καθήκοντα για οκτώ (8) τουλάχιστον έτη στην Πρωτοβάθμια ή Δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Από τα ανωτέρω οκτώ (8) έτη άσκησης διδακτικών καθηκόντων, τα τρία (3) τουλάχιστον θα πρέπει να έχουν ασκηθεί σε αντίστοιχους με την προς κάλυψη θέση τύπους σχολείων της οικείας βαθμίδας, συμπληρώνοντας σε αυτά τουλάχιστον το 50% του υποχρεωτικού τους ωραρίου, με την επιφύλαξη της περίπτωσης ζ΄ της παρούσης παραγράφου. Ειδικά, για τις Σ.Μ.Ε.Α.Ε. … Αν οι εκπαιδευτικοί της σχολικής μονάδας δεν πληρούν την προϋπόθεση της οκταετούς διδακτικής υπηρεσίας, υποψήφιοι μπορεί να είναι και εκπαιδευτικοί με μικρότερο χρόνο υπηρεσίας.
Ειδικότερα:
α) Υποψήφιοι για τις θέσεις Διευθυντών δημοτικών σχολείων μπορεί να είναι εκπαιδευτικοί όλων των ειδικοτήτων των κλάδων που υπηρετούν στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι εκπαιδευτικοί που αναφέρονται στο π.δ. 323/1993.
β) …
γ) Υποψήφιοι για τις θέσεις Διευθυντών σχολικών μονάδων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και Ε.Κ. μπορεί να είναι:
αα) Για τις θέσεις Διευθυντών γυμνασίων, ΓΕΛ και ΕΠΑ.Λ., εκπαιδευτικοί της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης των κλάδων ΠΕ 01 έως και ΠΕ 20, ΠΕ 32 και ΠΕ 33.
ββ) Για τις θέσεις Διευθυντών Ε.Κ., εκπαιδευτικοί της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης των κλάδων ΠΕ 12, ΠΕ 14, ΠΕ 17, ΠΕ 18, ΠΕ 19 και ΠΕ 20.
γγ) Ως Διευθυντές στα γυμνάσια, τα λύκεια και τις λυκειακές τάξεις, που λειτουργούν εντός των Ειδικών Καταστημάτων Κράτησης Νέων, διορίζονται με υπουργική απόφαση μετά από πρόσκληση ενδιαφέροντος εκπαιδευτικοί που έχουν ασκήσει επί τρία (3) τουλάχιστον έτη διδακτική υπηρεσία σε σχολική μονάδα που λειτουργεί σε Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων.
δ) Υποψήφιοι για τις θέσεις Διευθυντών Σ.Μ.Ε.Α.Ε. μπορεί να είναι ...
ε) Υποψήφιοι για τις θέσεις Διευθυντών στα σχολεία διαπολιτισμικής εκπαίδευσης …
ζ) Υποψήφιοι για τις θέσεις Διευθυντών των πειραματικών και προτύπων σχολείων ... 3. … 4. … 5. … 6. Δεν επιλέγεται ως στέλεχος της εκπαίδευσης εκπαιδευτικός, ο οποίος έχει καταδικαστεί τελεσίδικα για πειθαρχικό παράπτωμα με την ποινή της προσωρινής ή της οριστικής παύσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 109 του Υπαλληλικού Κώδικα (κ.ν. 3528/2007, Α΄ 26) ή για τον οποίον συντρέχουν τα κωλύματα διορισμού της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ίδιου Κώδικα. Επίσης, δεν επιλέγεται ως στέλεχος της εκπαίδευσης, εκπαιδευτικός, του οποίου τα πιστοποιητικά των αντικειμενικών κριτηρίων που προσκομίζονται κατά τη διαδικασία επιλογής είναι πλαστά ή αναληθή με σκοπό την παραπλάνηση της υπηρεσίας.
7. Όπου στις διατάξεις του παρόντος άρθρου προβλέπεται εκπαιδευτική υπηρεσία, υπολογίζεται η προϋπηρεσία τόσο στη δημόσια όσο και στην ιδιωτική εκπαίδευση, καθώς και η προϋπηρεσία των υποψηφίων ως προσωρινών αναπληρωτών και ωρομισθίων με αναγωγή στο υποχρεωτικό εβδομαδιαίο ωράριο διδασκαλίας. Όπου στις διατάξεις του παρόντος άρθρου προβλέπεται διδακτική υπηρεσία, λογίζεται:
α) η άσκηση διδακτικού έργου σε μονάδες Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης,
β) οι άδειες κύησης, λοχείας, ανατροφής τέκνου,
γ) η θητεία σχολικού συμβούλου,
δ) η θητεία σε Κέντρα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης (Κ.Π.Ε.),
ε) η θητεία σε θέσεις Υπευθύνων Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, Αγωγής, Υγείας, Πολιτιστικών θεμάτων και σχολικών δραστηριοτήτων, στ) η θητεία των υπευθύνων ΓΡΑΣΕΠ, ΚΕΣΥΠ, ΣΕΠ, ΚΕΠΛΗΝΕΤ, ΕΚΦΕ και Συμβουλευτικών Σταθμών Νέων. ...
8. Οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια επιλογής πρέπει να συντρέχουν κατά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων υποψηφιοτήτων. Τα κωλύματα επιλογής της παραγράφου 6 του παρόντος δεν πρέπει να συντρέχουν τόσο κατά το χρόνο λήξης της προθεσμίας υποβολής της αίτησης υποψηφιότητας όσο και κατά το χρόνο τοποθέτησης από το αρμόδιο όργανο», άρθρο 18 (κριτήρια επιλογής) Το άρθρο 12 του ν. 3848/2010 … αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«1. Κριτήρια επιλογής των στελεχών της εκπαίδευσης αποτελούν:
α) Η επιστημονική – παιδαγωγική συγκρότηση και κατάρτιση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου του υποψηφίου και τα συνυποβαλλόμενα αποδεικτικά στοιχεία.
β) Η υπηρεσιακή κατάσταση, καθοδηγητική και διοικητική εμπειρία, όπως προκύπτει από στοιχεία του φακέλου του υποψηφίου.
γ) Η συμβολή του υποψηφίου στο εκπαιδευτικό έργο, όπως προκύπτει από τις θέσεις στις οποίες έχει υπηρετήσει, καθώς και η προσωπικότητα και η γενική συγκρότηση του υποψηφίου που αποτιμώνται πρώτον στην περίπτωση των υποψηφίων Διευθυντών σχολικών μονάδων και Ε.Κ. κατά τη μυστική ψηφοφορία του συλλόγου διδασκόντων, δεύτερον στην περίπτωση των υποψηφίων υποδιευθυντών σχολικών μονάδων και Ε.Κ. και υποψηφίων υπευθύνων τομέων Ε.Κ. κατά τη μυστική ψηφοφορία του συλλόγου διδασκόντων και τρίτον στην περίπτωση των υποψηφίων Διευθυντών Εκπαίδευσης κατά τη μυστική ψηφοφορία των Διευθυντών και υποδιευθυντών σχολικών μονάδων και Ε.Κ., των Προϊσταμένων νηπιαγωγείων και των Προϊσταμένων Δημοτικών σχολείων.
2. Οι υποψήφιοι κατατάσσονται στον οικείο πίνακα με βάση το άθροισμα των μονάδων, τις οποίες συγκεντρώνουν κατά την αποτίμηση των παραπάνω κριτηρίων, σύμφωνα με τα επόμενα άρθρα. Το σύνολο των μονάδων για τους υποψηφίους Διευθυντές σχολικών μονάδων Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης ανέρχεται σε 37, το σύνολο των μονάδων για τους υποψηφίους Διευθυντές σχολικών μονάδων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και Ε.Κ. ανέρχεται σε 35 ... », άρθρο 19 (Αποτίμηση κριτηρίων επιλογής Διευθυντών Εκπαίδευσης, Προϊσταμένων ΚΕ.Δ.Δ.Υ. και Διευθυντών σχολικών μονάδων και Ε.Κ.)
Το άρθρο 14 του ν. 3848/2010 … αντικαθίσταται ως ακολούθως: «1. Τα κριτήρια επιλογής Διευθυντών Εκπαίδευσης και Διευθυντών σχολικών μονάδων και Ε.Κ. αποτιμώνται κατά τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους. 2. Το κριτήριο της επιστημονικής - παιδαγωγικής συγκρότησης και κατάρτισης αποτιμάται με 9 έως 11 μονάδες κατ’ ανώτατο όριο, οι οποίες κατανέμονται ως εξής:
α) Διδακτορικό δίπλωμα: 4 μονάδες και Μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών: 2,5 μονάδες. …
β) Τίτλος Διδασκαλείου Εκπαίδευσης (μόνο για στελέχη της Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης): 2 μονάδες.
γ) Δεύτερο πτυχίο πανεπιστημίου ή Τ.Ε.Ι.: 2 μονάδες εφόσον δεν ήταν αναγκαίο προσόν για το διορισμό.
δ) Πτυχίο Παιδαγωγικής Ακαδημίας ή Σχολής Νηπιαγωγών: 0,5 μονάδα, εφόσον δεν ήταν αναγκαίο προσόν για το διορισμό ή δεν αποτέλεσε προϋπόθεση για απόκτηση πτυχίου εξομοίωσης, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για διορισμό και εφόσον δεν υφίσταται η μοριοδότηση της προηγούμενης περίπτωσης β΄. …
ε) Βεβαίωση ή πιστοποιητικό ετήσιας επιμόρφωσης σε Σ.Ε.Λ.Μ.Ε., Σ.Ε.Λ.Δ.Ε., Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε. / Σ.Ε.Λ.Ε.Τ.Ε., εφόσον δεν ήταν αναγκαίο προσόν για το διορισμό: 0,5 μονάδα. … στ) Πιστοποιημένη επιμόρφωση στις Τ.Π.Ε. επιπέδου 1: 0,5 μονάδα. Οι εκπαιδευτικοί των κλάδων ΠΕ 19 και ΠΕ 20 δεν μοριοδοτούνται.
ζ) Πιστοποιημένη γνώση μίας ξένης γλώσσας με τίτλο επιπέδου Β2: 0,5 μονάδα.
η) Πιστοποιημένη γνώση μίας ξένης γλώσσας με τίτλο επιπέδου ανώτερου του Β2: 1 μονάδα. … 3.
Το κριτήριο της υπηρεσιακής κατάστασης, καθοδηγητικής και διοικητικής εμπειρίας αποτιμά ται με 14 μονάδες κατ’ ανώτατο όριο, οι οποίες κατανέμονται ως εξής:
α) Υπηρεσιακή κατάσταση: 11 μονάδες κατ’ ανώτατο όριο. Οι μονάδες αυτές υπολογίζονται με βάση τη διδακτική υπηρεσία αποτιμώμενη με 1 μονάδα για κάθε έτος πέραν του χρόνου που αποτελεί προϋπόθεση για τη συμμετοχή στη διαδικασία επιλογής Διευθυντών Εκπαίδευσης και Διευθυντών σχολικών μονάδων ή Ε.Κ. ...
β) Διοικητική και καθοδηγητική εμπειρία: 3 μονάδες κατ’ ανώτατο όριο για τους Διευθυντές Σχολικών Μονάδων ...
Ειδικότερα:
αα) Άσκηση καθηκόντων περιφερειακού Διευθυντή εκπαίδευσης, σχολικού συμβούλου, Διευθυντή Εκπαίδευσης ή προϊσταμένου γραφείου εκπαίδευσης, προϊσταμένου ΚΕ.Δ.Δ.Υ. ή αναπληρωτή προϊσταμένου ΚΕ.Δ.Δ.Υ., Διευθυντή σχολικής μονάδας Σ.Ε.Κ. (Σχολικά Εργαστηριακά Κέντρα) ή Ε.Κ., υπεύθυνου ΚΠΕ: 0,5 μονάδα για κάθε έτος. Η άσκηση καθηκόντων για κάθε θέση του παρόντος εδαφίου αποτιμάται με δύο (2) μονάδες κατ’ ανώτατο όριο για τους Διευθυντές Σχολικών Μονάδων και τρεις (3) μονάδες κατ’ ανώτατο όριο για τους Διευθυντές Εκπαίδευσης. Άσκηση καθηκόντων προϊσταμένου σχολικής μονάδας, προϊσταμένου τμήματος εκπαιδευτικών θεμάτων διεύθυνσης εκπαίδευσης, υποδιευθυντή σχολικής μονάδας … : 0,25 μονάδες για κάθε έτος και μέχρι μία (1) μονάδα κατ’ ανώτατο όριο. …
ββ) Συμμετοχή σε κεντρικά, ανώτερα περιφερειακά και περιφερειακά υπηρεσιακά συμβούλια ή σε συμβούλια επιλογής στελεχών, ως αιρετό μέλος: 0,25 μονάδες για κάθε έτος και μέχρι 1 μονάδα κατ’ ανώτατο όριο. …
γγ) … γ) Για την εφαρμογή των παραπάνω περιπτώσεων α΄ και β΄, χρόνος διδακτικής υπηρεσίας των εκπαιδευτικών (ή εκπαιδευτικής για το Ε.Ε.Π.) ή καθοδηγητικής ή διοικητικής εμπειρίας βραχύτερος του έτους μοριοδοτείται με το ένα τέταρτο (1/4) της αντίστοιχης ετήσιας μοριοδότησης για κάθε τρίμηνο.
Χρόνος μικρότερος του τριμήνου δεν υπολογίζεται.
4. Συμβολή στο εκπαιδευτικό έργο - Προσωπικότητα – γενική συγκρότηση: 12 μονάδες κατ’ ανώτατο όριο.
α) Για τους υποψηφίους Διευθυντές σχολικών μονάδων και Ε.Κ.:
Το κριτήριο αυτό αποτιμάται με τη μυστική ψηφοφορία του συλλόγου διδασκόντων της σχολικής μονάδας που ο υποψήφιος θα επιλέξει, σύμφωνα με τα οριζόμενα κατωτέρω.
Στη μυστική ψηφοφορία δεν συμμετέχει ο ίδιος ή σύζυγος ή συγγενής δευτέρου βαθμού εξ αίματος. Μέσω της μυστικής ψηφοφορίας εκτιμώνται στοιχεία της προσωπικότητας που έχουν αναδειχθεί στην καθημερινότητα της σχολικής ζωής, όπως η προσωπικότητα, το ήθος, η εντιμότητα, το αίσθημα δικαιοσύνης, η δημοκρατική συμπεριφορά, η επαγγελματική ανάπτυξη και συνέπεια, καθώς και οι ικανότητες του υποψηφίου.
Στις ικανότητες του υποψηφίου περιλαμβάνονται ενδεικτικώς: η ικανότητα επικοινωνίας και συνεργασίας, η ικανότητα ανάπτυξης πρωτοβουλιών και επίλυσης προβλημάτων ιδίως διδακτικών, διοικητικών, οργανωτικών και λειτουργικών, καθώς και η ικανότητα δημιουργίας κατάλληλου παιδαγωγικού περιβάλλοντος έμπνευσης των εκπαιδευτικών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Ο σύλλογος διδασκόντων κατά την εκτίμησή του λαμβάνει, επίσης, υπόψη:
Τα στοιχεία τα οποία ο υποψήφιος έχει καταθέσει προς μοριοδότηση στο οικείο ΠΥΣΠΕ ή ΠΥΣΔΕ, καθώς και τα στοιχεία τα οποία αναφέρει στο βιογραφικό του σημείωμα, αποδεικνύονται με παραστατικά (αντίγραφα, βεβαιώσεις) και δεν μοριοδοτούνται, όπως: άλλες σπουδές, επιμόρφωση και μετεκπαίδευση, οργάνωση εκπαιδευτικών συνεδρίων, σεμιναρίων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων ή συμμετοχή σε αυτά με την ιδιότητα του εισηγητή, του μέλους της επιστημονικής ομάδας ή του επιμορφωτή, συγγραφικό και ερευνητικό έργο, πρωτοβουλίες σε σχέση με το εκπαιδευτικό έργο, υλοποίηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων και εφαρμογή καινοτομιών, σχετική με την εκπαίδευση διοικητική ή καθοδηγητική εμπειρία, επιμορφωτικές συναντήσεις, συμμετοχή σε συμβούλια, επιτροπές ή ομάδες εργασίας, κοινωνική και συνδικαλιστική δράση, συμμετοχή σε όργανα διοίκησης επιστημονικών και εκπαιδευτικών οργανώσεων ή σε όργανα λαϊκής συμμετοχής και επίσημες διακρίσεις.
Ο αριθμός των μορίων που ο υποψήφιος λαμβάνει κατά τη μυστική ψηφοφορία υπολογίζεται ως ακολούθως: το ποσοστό των ψήφων που έλαβε επί του συνόλου των έγκυρων ψήφων ανάγεται σε ποσοστό επί των 12 μορίων που μπορεί να λάβει κατά ανώτατο όριο ο υποψήφιος.
Υποψήφιο στέλεχος το οποίο δεν συγκεντρώνει κατά τη μυστική ψηφοφορία τουλάχιστον το 20% των έγκυρων ψήφων, δεν συμμετέχει στην περαιτέρω διαδικασία επιλογής. Προκειμένου η ψηφοφορία να είναι έγκυρη, απαιτείται αυξημένη συμμετοχή, τουλάχιστον 65% των μελών του συλλόγου διδασκόντων. Στην ψηφοφορία συμμετέχουν μόνιμοι και αναπληρωτές εκπαιδευτικοί.
Αν εκπαιδευτικός διδάσκει σε περισσότερες σχολικές μονάδες ή Ε.Κ. ψηφίζει στη σχολική μονάδα όπου έχει τις περισσότερες ώρες, με βάση την απόφαση διάθεσης των Υπηρεσιακών Συμβουλίων που επικαιροποιούν και αποστέλλουν αλφαβητικό πίνακα με τις αποφάσεις των διαθέσεων των εκπαιδευτικών στα σχολεία, πριν τη διαδικασία επιλογής των Διευθυντών Σχολικών Μονάδων.
β) Για τους υποψήφιους Διευθυντές Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης …
γ) Ειδικά για την επιλογή των προϊσταμένων ΚΕ.Δ.Δ.Υ. … », άρθρο 20 (Αποτίμηση κριτηρίων επιλογής προϊσταμένων τμημάτων εκπαιδευτικών θεμάτων, υποδιευθυντών σχολικών μονάδων και Ε.Κ., υπεύθυνων τομέων Ε.Κ. και προϊσταμένων νηπιαγωγείων και διθέσιων και τριθέσιων δημοτικών σχολείων) Το άρθρο 15 του ν. 3848/2010 … αντικαθίσταται ως ακολούθως: … , άρθρο 21 (Συμβούλια επιλογής των στελεχών της εκπαίδευσης)
Το άρθρο 16 του ν. 3848/2010 … αντικαθίσταται ως ακολούθως: «1. … 7. Οι Διευθυντές των σχολικών μονάδων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και οι Διευθυντές των Ε.Κ. τοποθετούνται, κατόπιν συνυπολογισμού όλων των μορίων τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του παρόντος νόμου, με απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή Εκπαίδευσης, ύστερα από πράξη των οικείων περιφερειακών υπηρεσιακών συμβουλίων Πρωτοβάθμιας ή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Π.Υ.Σ.Π.Ε. - Π.Υ.Σ.Δ.Ε.). … 8. … 9. ... 10. …
11. Η θητεία του προέδρου, των μελών και του γραμματέα των συμβουλίων επιλογής αρχίζει με υπουργική απόφαση και είναι διετής.
12. …
13. Στα υπηρεσιακά συμβούλια που αναφέρονται στο παρόν, όταν κρίνονται θέματα επιλογής στελεχών εκπαίδευσης, συμμετέχουν επιπλέον: α) στην περίπτωση των ΠΥΣΠΕ και ΠΥΣΔΕ ένας σχολικός σύμβουλος και ένας εκπαιδευτικός με δεκαπενταετή τουλάχιστον εκπαιδευτική υπηρεσία και β) ... Τα μέλη της περίπτωσης α΄ ορίζονται με τους αναπληρωτές τους με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων ύστερα από γνώμη του οικείου Περιφερειακού Διευθυντή Εκπαίδευσης. … , άρθρο 22 (Χρόνος και διαδικασία υποβολής αιτήσεων)
Το άρθρο 18 του ν. 3848/2010 … αντικαθίσταται ως ακολούθως: «1. … Οι υποψήφιοι για τις θέσεις Διευθυντών σχολικών μονάδων και Ε.Κ. που επιθυμούν να θέσουν υποψηφιότητα υποβάλλουν αίτηση και φάκελο υποψηφιότητας, στον οποίο εμπεριέχονται όλα τα απαραίτητα για την απόδειξη των τυπικών τους προσόντων δικαιολογητικά, στη Διεύθυνση Εκπαίδευσης στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγονται οι σχολικές μονάδες που θέτουν υποψηφιότητα. 2. … 3. … 4. Τα υποψήφια στελέχη της εκπαίδευσης καταθέτουν δήλωση προτίμησης για τις προκηρυχθείσες θέσεις ως ακολούθως:
α) Οι υποψήφιοι Διευθυντές σχολικών μονάδων … και οι υποψήφιοι Διευθυντές Ε.Κ. για τις θέσεις κατ’ ανώτατο αριθμό τριών σχολικών μονάδων και Ε.Κ. ως ακολούθως … 5. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται:
α) Ο χρόνος υποβολής αιτήσεων των υποψήφιων Διευθυντών Εκπαίδευσης, των Διευθυντών σχολικών μονάδων ή Ε.Κ. των Προϊσταμένων νηπιαγωγείων και των Προϊσταμένων δημοτικών σχολείων και
β) η διαδικασία υποβολής των αιτήσεων όλων των υποψήφιων στελεχών της εκπαίδευσης, τα υποβλητέα δικαιολογητικά, οι λεπτομέρειες της διαδικασίας εκλογής και επιλογής και κάθε άλλη σχετική αναγκαία λεπτομέρεια», άρθρο 24 (Κρίση και επιλογή Διευθυντών σχολικών μονάδων και Ε.Κ.)
Το άρθρο 21 του ν. 3848/2010 … αντικαθίσταται ως ακολούθως: «1. Οι αρμόδιες Διευθύνσεις Εκπαίδευσης καταρτίζουν πίνακα υποψήφιων Διευθυντών σχολικών μονάδων και Ε.Κ. με βάση το άρθρο 14, όπως αντικαθίσταται με το παρόν, και στη συνέχεια επιμέρους πίνακες με βάση τις υποβληθείσες δηλώσεις προτίμησης, ανά σχολική μονάδα.
2. Οι καταρτιζόμενοι πίνακες αναρτώ νται στις οικείες Διευθύνσεις Εκπαίδευσης.
Οι υποψήφιοι μπορούν να υποβάλουν εγγράφως ένσταση κατά των ως άνω πινάκων εντός τριών ημερών από την ανάρτησή τους. Ύστερα από εξέταση των ενστάσεων από το οικείο Π.Υ.Σ.Π.Ε. ή Π.Υ.Σ.Δ.Ε. επί και την ανασύνταξη των πινάκων, αυτοί υποβάλλονται στον περιφερειακό Διευθυντή Εκπαίδευσης από τον οποίο κυρώνονται. Σε περίπτωση κενούμενης και κενής θέσης η επιλογή γίνεται με επανάληψη της διαδικασίας. Μέχρις ότου ολοκληρωθεί η επανάληψη της διαδικασίας οι κενές ή κενούμενες θέσεις πληρώνονται με απόφαση του οικείου Π.Υ.Σ.Π.Ε. ή Π.Υ.Σ.Δ.Ε.», άρθρο 25 (κρίση και επιλογή υποδιευθυντών σχολικών μονάδων και Ε.Κ. … ) … , άρθρο 26 (Τοποθέτηση στελεχών εκπαίδευσης)
Το άρθρο 24 του ν. 3848/2010 … αντικαθίσταται ως ακολούθως: «1. Η τοποθέτηση γίνεται κατά την εξής σειρά: Προηγείται η διαδικασία επιλογής και τοποθέτησης των Διευθυντών σχολικών μονάδων και Ε.Κ., ακολουθεί η διαδικασία επιλογής και τοποθέτησης Διευθυντών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, έπεται η διαδικασία επιλογής και τοποθέτησης των προϊστάμενων ΚΕ.Δ.Δ.Υ. και ακολουθεί η διαδικασία επιλογής και τοποθέτησης σχολικών συμβούλων.
2. Όσον αφορά την επιλογή Διευθυντών σχολικών μονάδων και Ε.Κ., σε περίπτωση μη υποβολής υποψηφιοτήτων ή μη ικανοποίησης των απαιτούμενων κριτηρίων υποψηφιότητας σε κάποια σχολική μονάδα, η επιλογή Διευθυντή πραγματοποιείται με απόφαση του οικείου Π.Υ.Σ.Π.Ε. ή Π.Υ.Σ.Δ.Ε. … Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται η διαδικασία, τα κριτήρια και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την επιλογή των στελεχών εκπαίδευσης της παρούσας παραγράφου από τα ανωτέρω αρμόδια υπηρεσιακά συμβούλια. Κατά τον καθορισμό των κριτηρίων λαμβάνονται υπόψη τα προβλεπόμενα κριτήρια στα άρθρα 12 και 14, όπως αντικαθίστανται με το παρόν.
3. … », άρθρο 27 (Θητεία στελεχών και ανάληψη υπηρεσίας) Το άρθρο 25 του ν. 3848/2010 … αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Η επιλογή και τοποθέτηση των στελεχών της δημόσιας εκπαίδευσης του παρόντος νόμου γίνεται για διετή θητεία, η οποία ξεκινά με την τοποθέτησή τους και λήγει την 31η Ιουλίου του δεύτερου έτους που ακολουθεί την επιλογή τους. Η επιλογή και τοποθέτηση στις κενούμενες θέσεις γίνεται για το υπόλοιπο της θητείας αυτής.
Οι τοποθετούμενοι σε κενές ή κενούμενες θέσεις εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους μέχρι την ανάληψη της υπηρεσίας των νέων στελεχών», άρθρο 28 (Λοιπές ρυθμίσεις) … .
11. Επειδή κατ’ επίκληση των διατάξεων του κεφαλαίου Γ΄ του ν. 4327/2015 εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στην οποία ορίζονται τα εξής: «Άρθρο 1 (Προκήρυξη - υποβολή αιτήσεων) Ο οικείος Διευθυντής Εκπαίδευσης εκδίδει προκήρυξη πλήρωσης θέσεων διευθυντών σχολικών μονάδων και εργαστηριακών κέντρων με την οποία προσκαλούνται οι ενδιαφερόμενοι εκπαιδευτικοί που έχουν τα νόμιμα προσόντα και επιθυμούν να συμμετάσχουν στη διαδικασία επιλογής να υποβάλουν αίτηση που συνοδεύεται από τα αναγκαία δικαιολογητικά, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στη σχετική προκήρυξη.
Η προκήρυξη αναρτάται στην ιστοσελίδα της Διεύθυνσης Εκπαίδευσης και κοινοποιείται σε όλες τις σχολικές μονάδες αρμοδιότητάς της. Άρθρο 2 (Διαδικασία υποβολής αιτήσεων)
Οι αιτήσεις υποψηφιότητας για τοποθέτηση σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 17 του Ν. 4327/2015 υποβάλλονται όπως προβλέπεται από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 22 του ιδίου νόμου και συνοδεύονται από: 1. Βιογραφικό σημείωμα.
2. Αντίγραφα τίτλων σπουδών και μετεκπαίδευσης. 3. Αποδεικτικά γνώσης ξένων γλωσσών.
4. Πιστοποιητικό επιμόρφωσης στις Τ.Π.Ε. 5. Αντίγραφα άλλων σχετικών τίτλων που τυχόν έχει αποκτήσει ο υποψήφιος. 6. Βεβαιώσεις ή υπηρεσιακά έγγραφα που αφορούν στην υπηρεσιακή κατάσταση, στην καθοδηγητική και διοικητική εμπειρία καθώς και τη συμμετοχή σε υπηρεσιακά συμβούλια, τα οποία πρέπει να αναφέρουν χρόνο έναρξης και λήξης, κατά περίπτωση. 7. Υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 με την οποία βεβαιώνεται ότι α) ο εκπαιδευτικός δεν έχει καταδικαστεί τελεσίδικα για πειθαρχικό παράπτωμα με την ποινή της προσωρινής ή της οριστικής παύσης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 109 του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν. 3528/2007 Α΄ 26) και β) δεν συντρέχουν τα κωλύματα διορισμού της παρ. 1 του άρθρου 8 του ίδιου κώδικα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 17 του Ν. 4327/2015. 8. Δήλωση προτίμησης και σειρά προτίμησης Σχολικών μονάδων και Ε.Κ. όπου θέτει υποψηφιότητα ο εκπαιδευτικός. Όλοι οι τίτλοι σπουδών που προέρχονται από ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης της αλλοδαπής, πρέπει να είναι αναγνωρισμένοι από το Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π./ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α. ή το Ινστιτούτο Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Ι.Τ.Ε.), ή το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικών Ισοτιμιών (Σ.Α.Ε.Ι.).
Τυχόν ξενόγλωσσες βεβαιώσεις ή έγγραφα πρέπει να έχουν επίσημα μεταφραστεί από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών ή άλλο αρμόδιο κατά νόμο όργανο. Μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων δεν γίνεται δεκτή οποιαδήποτε μεταβολή στη δήλωση προτίμησης, ενώ επιτρέπεται η προσκόμιση των συνοδευτικών δικαιολογητικών της αίτησης εντός προθεσμίας δύο εργάσιμων ημερών από αυτή. Παράλληλα οι υποψήφιοι αποστέλλουν στις σχολικές μονάδες για τις οποίες έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον τοποθέτησης όλα εκείνα τα στοιχεία που προβλέπονται στην παρ. 4 του άρθρου 19 του Ν. 4327/2015, τα οποία πρέπει να λάβει υπόψη ο σύλλογος διδασκόντων κατά τη διαδικασία της μυστικής ψηφοφορίας. Άρθρο 3 (Αποτίμηση κριτηρίων)
Οι Διευθύνσεις Εκπαίδευσης μετά τη λήξη υποβολής των αιτήσεων προβαίνουν σε σύνταξη πινάκων δεκτών και μη δεκτών υποψηφιοτήτων στη διαδικασία επιλογής με βάση τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία, καθώς και στην αποτίμηση και σύνταξη πινάκων των μοριοδοτούμενων κριτηρίων των υποψηφίων.
Οι ανωτέρω πίνακες αναρτώνται στην ιστοσελίδα της Διεύθυνσης για ενημέρωση των υποψηφίων οι οποίοι δύνανται να υποβάλουν ενστάσεις εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών ημερών. Μετά την εκδίκαση των ενστάσεων από τα διευρυμένα οικεία ΠΥΣΠΕ-ΠΥΣΔΕ αναρτώνται οι αναμορφωμένοι πίνακες. Άρθρο 4 (Πίνακες υποψηφίων) Κάθε Διεύθυνση Εκπαίδευσης λαμβάνοντας υπόψη τις δηλώσεις προτίμησης των υποψηφίων, ενημερώνει τις αντίστοιχες Διευθύνσεις Εκπαίδευσης για τους υποψηφίους που εκδήλωσαν ενδιαφέρον για τοποθέτηση σε σχολική μονάδα ή εργαστηριακό κέντρο αρμοδιότητας τους, αποστέλλοντας ταυτόχρονα και την αποτίμηση των μοριοδοτούμενων κριτηρίων. Άρθρο 5 (Πίνακες εκλογέων)
Με ευθύνη των οικείων Διευθύνσεων Εκπαίδευσης καταρτίζονται πίνακες εκλογέων ανά σχολική μονάδα και εργαστηριακό κέντρο σύμφωνα με την παρ. 4 του 2 άρθρου 19 του Ν. 4327/2015. Οι εκπαιδευτικοί - εκλογείς που συμπληρώνουν διδακτικό ωράριο σε δύο ή περισσότερα σχολεία ισόποσες ώρες εντάσσονται στους καταλόγους των σχολικών μονάδων τοποθέτησης τους. Οι εν λόγω πίνακες αποστέλλονται στις αντίστοιχες σχολικές μονάδες. Άρθρο 6 (Παρουσίαση υποψηφίων στους συλλόγους διδασκόντων)
Οι υποψήφιοι μπορούν να επισκεφτούν τις σχολικές μονάδες και τα εργαστηριακά κέντρα για τις οποίες έχουν καταθέσει υποψηφιότητα, για να αυτοπαρουσιαστούν στο σύλλογο διδασκόντων. Επίσης, ο σύλλογος διδασκόντων έχει τη δυνατότητα να προσκαλέσει τον υποψήφιο να αυτοπαρουσιαστεί σε περίπτωση που ο τελευταίος δεν το έχει πράξει με δική του πρωτοβουλία.
Σε κάθε περίπτωση, η μη πραγματοποίηση των παραπάνω δεν επιφέρει καμία συνέπεια ούτε στις υποψηφιότητες ούτε στην εγκυρότητα της εκλογικής διαδικασίας. Για την πραγματοποίηση των παραπάνω ο εκπαιδευτικός δικαιούται σχετικής άδειας από την προϊστάμενη αρχή του.
Άρθρο 7 (Εφορευτικές Επιτροπές και Κεντρική Επιτροπή Εκλογών) Σε κάθε σχολική μονάδα και εργαστηριακό κέντρο εκλέγεται από το σύλλογο διδασκόντων τριμελής εφορευτική επιτροπή προκειμένου να προετοιμάσει και να διεξαγάγει τη μυστική ψηφοφορία του άρθρου 19 του Ν. 4327/2015. Στην εφορευτική επιτροπή δεν μπορούν να μετέχουν υποψήφιοι.
Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατό να συγκροτηθεί τριμελής επιτροπή είναι δυνατό να λειτουργήσει με ελλιπή σύνθεση.
Στην έδρα κάθε Διεύθυνσης Εκπαίδευσης συγκροτείται με απόφαση του Διευθυντή Εκπαίδευσης τριμελής Κεντρική Επιτροπή Εκλογών, η οποία έχει ως αρμοδιότητα το συντονισμό του έργου των εφορευτικών επιτροπών της προηγούμενης πα ραγράφου καθώς επίσης και τη συγκέντρωση των πρακτικών τους.
Στην αρμοδιότητα της Κεντρικής Επιτροπής περιλαμβάνεται επίσης ο αποκλεισμός των υποψηφίων που δεν έλαβαν το απαιτούμενο ποσοστό του 20%, καθώς και ο υπολογισμός των μορίων που λαμβάνουν οι υποψήφιοι που συνεχίζουν στη διαδικασία με βάση τον αριθμό ψήφων που έλαβαν. Ο αριθμός των μορίων που ο υποψήφιος λαμβάνει κατά τη μυστική ψηφοφορία υπολογίζεται ως ακολούθως: το ποσοστό των ψήφων που έλαβε επί του συνόλου των έγκυρων ψήφων ανάγεται σε ποσοστό επί των δώδεκα (12) μορίων που μπορεί να λάβει κατ’ ανώτατο όριο ο υποψήφιος.
Ο αριθμός των μορίων που προκύπτει στρογγυλοποιείται με προσέγγιση εκατοστού. Άρθρο 8 (Ψηφοδέλτια) Με ευθύνη των εφορευτικών επιτροπών εκτυπώνονται σε λευκό χαρτί μεγέθους A4 τα ψηφοδέλτια που αναγράφουν αλφαβητικά το ονοματεπώνυμο και το πατρώνυμο των υποψηφίων.
Επίσης, η εφορευτική επιτροπή φροντίζει για την προμήθεια φακέλων λευκού χρώματος και λευκών ψηφοδελτίων.
Άρθρο 9 (Ψηφοφορία) Πριν την έναρξη της διαδικασίας η εφορευτική επιτροπή αντιπαραβάλλει τον πίνακα των εκλογέων με τον αριθμό των παρόντων στην ειδική συνεδρίαση του Συλλόγου Διδασκόντων, για να διαπιστώσει εάν υπάρχει η προϋπόθεση της αυξημένης συμμετοχής τουλάχιστον κατά 65% των εκλογέων ώστε να προχωρήσει η διαδικασία της εκλογής. Κάθε ψηφοφόρος παίρνει από την εφορευτική επιτροπή το λευκό ψηφοδέλτιο, το ψηφοδέλτιο που αναγράφει τα ονοματεπώνυμα των υποψηφίων και αφού σημειώσει το σταυρό προτίμησης τοποθετεί το ψηφοδέλτιο στο φάκελο.
Ο φάκελος σφραγίζεται και ρίχνεται στην ψηφοδόχο.
Κάθε ψηφοφόρος σημειώνει στο ψηφοδέλτιο μέχρι ένα σταυρό. Λαθεμένη σημείωση ή απουσία σταυρού ακυρώνει το ψηφοδέλτιο.
Η εφορευτική επιτροπή ελέγχει τα στοιχεία αυτών που ψηφίζουν, σημειώνει τα ονόματα τους στον πίνακα των εκλογέων και τους καταγράφει σε ξεχωριστή κατάσταση ψηφισάντων, όπου και υπογράφουν.
Κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας, της διαλογής των ψηφοδελτίων και της έκδοσης των αποτελεσμάτων μπορούν να είναι παρόντες στην εφορευτική επιτροπή οι ίδιοι οι υποψήφιοι ή αντιπρόσωποι τους.
Σε καμιά όμως περίπτωση δεν επιτρέπεται να υποκαθιστούν μέλη της εφορευτικής επιτροπής κατά την ψηφοφορία ή να συμμετέχουν στη διαδικασία διαλογής των ψηφοδελτίων και, πολύ περισσότερο, της καταμέτρησης των ψήφων. Κάθε υποψήφιος έχει δικαίωμα να αποσύρει την υποψηφιότητα του πριν την έναρξη της ψηφοφορίας με έγγραφη δήλωση του την οποία καταθέτει στην εφορευτική επιτροπή της οικείας σχολικής μονάδας ή εργαστηριακού κέντρου.
Στην περίπτωση αυτή αποκλείεται από τη διαδικασία και τη συνέχιση της επιλογής στο συγκεκριμένο σχολείο, διατηρεί όμως το δικαίωμα υποψηφιότητας του στις υπόλοιπες σχολικές μονάδες και εργαστηριακά κέντρα για τις οποίες έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον.
Άρθρο 10 (Διαλογή) Η εφορευτική επιτροπή, μετά το τέλος της ψηφοφορίας, συνεδριάζει και κάνει τη διαλογή των ψήφων ως εξής:
α. Αποσφραγίζει την ψηφοδόχο, βγάζει τους φακέλους, τους αριθμεί και τους μονογράφει.
β. Ανοίγει τους φακέλους με τα ψηφοδέλτια και μονογράφει δίπλα από το όνομα του υποψηφίου που έχει σταυρό προτίμησης. γ. Κρίνει, αμέσως μετά το άνοιγμα κάθε φακέλου, το κύρος των ψηφοδελτίων που περιέχονται σ’ αυτόν και αποφασίζει την ακύρωση ψηφοδελτίου, αν συντρέχει νόμιμος λόγος.
Τα ψηφοδέλτια είναι άκυρα αν έχουν σημεία τα οποία παραβιάζουν τη μυστικότητα της ψηφοφορίας ή αν βρεθούν στο φάκελο περισσότερα από ένα ψηφοδέλτια.
Τα λευκά ψηφοδέλτια καταμετρώνται ως έγκυρα.
δ. Κάνει τη διαλογή των ψηφοδελτίων, προβαίνει στην καταμέτρηση των ψήφων που έλαβε κάθε υποψήφιος και καταγράφει το αποτέλεσμα της στο πρακτικό που συντάσσει για τη διενέργεια της εκλογής.
Άρθρο 11 (Πρακτικά εκλογής)
Η εφορευτική επιτροπή τηρεί με λεπτομέρεια πρακτικά για την εκλογή στα οποία αναφέρονται: ολόκληρη η πορεία της εκλογής, κάθε θέμα που παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια αυτής, καθώς και οι αποφάσεις που αυτή έλαβε, οι οποίες πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένες.
Το εν λόγω πρακτικό επίσης περιλαμβάνει κατάσταση υποψηφίων που δεν έλαβαν το απαιτούμενο ποσοστό του 20% και αποκλείονται.
Μετά την καταμέτρηση των ψήφων τα αποτελέσματα της μυστικής ψηφοφορίας θα αποστέλλονται αυθημερόν στην Κεντρική Επιτροπή Εκλογών με ηλεκτρονικό τρόπο, με τη φροντίδα και την ευθύνη του προέδρου της εφορευτικής επιτροπής. Με τη φροντίδα και την ευθύνη των προέδρων των εφορευτικών επιτροπών συντάσσεται πρακτικό, το οποίο παραμένει στη σχολική μονάδα ή εργαστηριακό κέντρο μαζί με τους φακέλους και τα ψηφοδέλτια της μυστικής ψηφοφορίας. Επικυρωμένο αντίγραφο του πρακτικού θα υποβάλλεται την επόμενη ημέρα στην Κεντρική Επιτροπή Εκλογών.
Η Κεντρική Επιτροπή Εκλογών τηρεί με λεπτομέρεια πρακτικό στο οποίο μεταξύ άλλων περιλαμβάνεται η πρόταση για τον αποκλεισμό των υποψηφίων που δεν έλαβαν το απαιτούμενο ποσοστό του 20%, καθώς επίσης και ο υπολογισμός των μορίων που λαμβάνουν οι υποψήφιοι που συνεχίζουν στη διαδικασία με βάση τον αριθμό των ψήφων που έλαβαν. Το πρακτικό, υπογεγραμμένο από τον πρόεδρο της επιτροπής, διαβιβάζεται στην οικεία Διεύθυνση Εκπαίδευσης. Άρθρο 12 (Ενστάσεις)
Οι υποψήφιοι μπορούν κατά τη διαδικασία εκλογής να ασκήσουν ένσταση ενώπιον της οικείας εφορευτικής επιτροπής η οποία αποφασίζει άμεσα επ’ αυτής.
Η εν λόγω απόφαση συμπεριλαμβάνεται στο πρακτικό εκλογής.
Άρθρο 13 (Τελικός πίνακας μοριοδότησης) Με ευθύνη της οικείας Διεύθυνσης Εκπαίδευσης καταρτίζεται ο τελικός πίνακας υποψηφίων ανά σχολική μονάδα και εργαστηριακό κέντρο που περιλαμβάνει το άθροισμα της μοριοδότησης της επιστημονικής - παιδαγωγικής συγκρότησης και κατάρτισης, της υπηρεσιακής κατάστασης διοικητικής και καθοδηγητικής εμπειρίας καθώς και της μοριοδότησης από την μυστική ψηφοφορία του συλλόγου διδασκόντων.
Οι ανωτέρω πίνακες αναρτώνται στην ιστοσελίδα της Διεύθυνσης.
Κατά των πινάκων αυτών δύναται να υποβληθούν ενστάσεις εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών (3) ημερών. Μετά την εκδίκαση των ενστάσεων από τα διευρυμένα οικεία ΠΥΣΠΕ-ΠΥΣΔΕ οι αναμορφωμένοι πίνακες υποβάλλονται προς κύρωση στον οικείο Περιφερειακό Διευθυντή Εκπαίδευσης και αναρτώνται στην ιστοσελίδα της Διεύθυνσης.
Άρθρο 14 (Τοποθέτηση) Η τοποθέτηση των διευθυντών σχολικών μονάδων και εργαστηριακών κέντρων γίνεται με απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή Εκπαίδευσης ύστερα από πρόταση των οικείων διευρυμένων ΠΥΣΠΕ-ΠΥΣΔΕ. Τα ανωτέρω συμβούλια διαμορφώνουν την πρόταση τους λαμβάνοντας υπόψη τους κυρωμένους πίνακες καθώς και τις δηλωθείσες προτιμήσεις των υποψηφίων. Β. … .
12. Επειδή με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Κεφαλαίου Γ΄ (άρθρα 16 έως 28) του ν. 4327/2015 αντικαταστάθηκαν τα άρθρα 10 έως και 27 παράγραφος 4 του ν. 3848/2010 (πλην των άρθρων 13, 17, 19, 22, 26 και 27 παράγραφοι 1-3) και ρυθμίζεται εκ νέου η διαδικασία και τίθενται νέες προϋποθέσεις επιλογής και τοποθετήσεως στελεχών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, και, ειδικώς, των διευθυντών σχολικών μονάδων.
Στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4327/2015 αναφέρονται σχετικώς τα εξής: « … Τα στελέχη Εκπαίδευσης που αναλαμβάνουν θέσεις ευθύνης έχουν ως κύρια αποστολή να συντονίζουν και να διευκολύνουν το εκπαιδευτικό και διοικητικό έργο που επιτελείται. Επομένως, σε θέσεις ευθύνης πρέπει να τοποθετούνται εκπαιδευτικοί οι οποίοι, πέρα από τα τυπικά τους προσόντα (επιστημονική και παιδαγωγική κατάρτιση, διδακτική και διοικητική εμπειρία), οφείλουν να έχουν σύγχρονες παιδαγωγικές αντιλήψεις, δημοκρατική συμπεριφορά, να διαθέτουν ικανότητες διοίκησης, οργάνωσης και συντονισμού, να διαθέτουν επικοινωνιακές δεξιότητες, να εμφορούνται από διάθεση για ουσιαστική συνεργασία με όλους/ες όσοι/ες συναποτελούν τη σχολική κοινότητα και να σέβονται τους/τις συναδέλφους, τους μαθητές/τις μαθήτριες και τους γονείς
. Οι παραπάνω προϋποθέσεις δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθούν εάν συντρέχουν ή όχι στη διάρκεια μιας ολιγόλεπτης συνέντευξης η οποία στο παρελθόν χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον για την επιλογή «ημετέρων» της εκάστοτε εξουσίας. Γι’ αυτόν τον λόγο, η ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων αποσύρει τη διαδικασία της συνέντευξης … ».
Η νομοθετική εξουσιοδότηση της προεκτεθείσας παραγράφου 5 του άρθρου 22 του ν. 4327/2015 αποτελεί κατ’ αρχήν νόμιμο έρεισμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία επιχειρείται η ρύθμιση ειδικοτέρων θεμάτων ή θεμάτων με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό που ανάγονται στον χρόνο υποβολής αιτήσεων των υποψήφιων, στην διαδικασία υποβολής των αιτήσεων όλων των υποψήφιων στελεχών της εκπαιδεύσεως, στα υποβλητέα δικαιολογητικά, στις λεπτομέρειες της διαδικασίας εκλογής και επιλογής και σε κάθε άλλη σχετική αναγκαία λεπτομέρεια.
Περαιτέρω σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, η επιλογή και τοποθέτηση των στελεχών της δημόσιας εκπαιδεύσεως γίνεται για διετή θητεία, ειδικότερα δε η επιλογή διευθυντών σχολικών μονάδων διενεργείται κατόπιν προκηρύξεως και υποβολής αιτήσεως υποψηφιότητας από τους ενδιαφερομένους που συνοδεύεται από τα οριζόμενα δικαιολογητικά και δήλωση προτιμήσεως και σειράς προτιμήσεως των σχολικών μονάδων, στις οποίες θέτει υποψηφιότητα ο εκπαιδευτικός.
Για να επιλεγούν οι εκπαιδευτικοί στις εν λόγω θέσεις προβλέπονται ορισμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων βασική είναι η ύπαρξη του καθοριζόμενου χρόνου υπηρεσίας, καθώς και ορισμένα κωλύματα. Περαιτέρω κριτήρια επιλογής των υποψηφίων αποτελούν α. η επιστημονική – παιδαγωγική συγκρότηση και κατάρτιση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου τους και τα συνυποβαλλόμενα αποδεικτικά στοιχεία, που αποτιμάται με 9 έως 11 μονάδες, κατανεμόμενες κατά τα ειδικότερα οριζόμενα με αντικειμενικό – μαθηματικό τρόπο,
β. η υπηρεσιακή κατάσταση, καθοδηγητική και διοικητική εμπειρία, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου τους, που αποτιμάται με 14 μονάδες, κατανεμόμενες κατά τα ειδικότερα οριζόμενα με αντικειμενικό - μαθηματικό τρόπο και
γ. η συμβολή τους στο εκπαιδευτικό έργο, όπως προκύπτει από τις θέσεις στις οποίες έχει υπηρετήσει, καθώς και η προσωπικότητα και η γενική συγκρότησή τους, που αποτιμάται με 12 μονάδες.
Το σύνολο των μονάδων για τους υποψηφίους διευθυντές σχολικών μονάδων πρωτοβάθμιας εκπαιδεύσεως ανέρχεται σε 37 και το σύνολο των μονάδων για τους υποψηφίους διευθυντές σχολικών μονάδων δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως και εργαστηριακών κέντρων ανέρχεται σε 35.
Μετά την λήξη της προθεσμίας υποβολής υποψηφιοτήτων, διενεργείται η σύνταξη πινάκων δεκτών και μη δεκτών υποψηφιοτήτων στην σχετική διαδικασία με βάση τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, καθώς και η αποτίμηση και σύνταξη πινάκων των μοριοδοτουμένων κριτηρίων.
Μετά την οριζόμενη ανάρτηση των πινάκων αυτών και την εκδίκαση των υποβληθεισών ενστάσεων από τα περιφερειακά υπηρεσιακά συμβούλια πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως διευρυμένης συνθέσεως αναρτώνται οι αναμορφωμένοι πίνακες.
Η αποτίμηση του κριτήριου επιλογής που ανάγεται στην συμβολή στο εκπαιδευτικό έργο, την προσωπικότητα και την γενική συγκρότηση (κατά τα αναλυτικώς προβλεπόμενα) για τους υποψηφίους διευθυντές σχολικών μονάδων διενεργείται με μυστική ψηφοφορία του συλλόγου διδασκόντων της σχολικής μονάδας στην οποία θέτει υποψηφιότητα ο εκπαιδευτικός, κατά την οποία δικαίωμα ψήφου έχουν οι υπηρετούντες σε αυτήν εκπαιδευτικοί (μόνιμοι και αναπληρωτές).
Προς τούτο α. από τις Διευθύνσεις Εκπαίδευσης αποστέλλονται στις αντίστοιχες Διευθύνσεις Εκπαίδευσης πίνακες υποψηφίων που εκδήλωσαν ενδιαφέρον για τοποθέτηση σε σχολική μονάδα αρμοδιότητάς τους, με ταυτόχρονη αποστολή της αποτιμήσεως των μοριοδοτούμενων κριτηρίων και β. οι Διευθύνσεις Εκπαίδευσης καταρτίζουν πίνακες εκλογέων ανά σχολική μονάδα που αποστέλλουν στις αντίστοιχες σχολικές μονάδες.
Οι υποψήφιοι μπορούν να επισκεφθούν τις σχολικές μονάδες που έχουν θέσει υποψηφιότητα και να αυτοπαρουσιαστούν στον σύλλογο διδασκόντων είτε με δική τους πρωτοβουλία είτε κατόπιν προσκλήσεως του εν λόγω συλλόγου, από την σχετική όμως παράλειψη δεν επέρχεται συνέπεια στις υποψηφιότητες ή την εγκυρότητα της εκλογικής διαδικασίας. Η ψηφοφορία είναι μυστική και απαιτείται αυξημένη απαρτία (66%) του συλλόγου των διδασκόντων.
Ο σύλλογος διδασκόντων κατά την μυστική ψηφοφορία εκτιμά τα στοιχεία της προσωπικότητας καθώς και τις ικανότητες των υποψηφίων που ορίζονται, κατά την εκτίμησή του δε αυτή λαμβάνει υπ’ όψιν τα στοιχεία που έχουν καταθέσει προς μοριοδότηση στο οικείο υπηρεσιακό συμβούλιο και τα στοιχεία που αναφέρουν στο βιογραφικό τους σημείωμα και αποδεικνύονται με παραστατικά στοιχεία και δεν μοριοδούνται, τα οποία ανάγονται σε σπουδές, επιμόρφωση, συγγραφικό, εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο, συμμετοχή σε συμβούλια, επιτροπές ή ομάδες εργασίας, κοινωνική ή συνδικαλιστική δράση, συμμετοχή σε όργανα διοικήσεως επιστημονικών και εκπαιδευτικών οργανώσεων ή σε όργανα λαϊκής συμμετοχής και επίσημες διακρίσεις.
Ο αριθμός των μορίων που λαμβάνει ο υποψήφιος κατά την εν λόγω μυστική ψηφοφορία προκύπτει από την αναγωγή του ποσοστού των ψήφων που έλαβε ο υποψήφιος επί του συνόλου των εγκύρων ψήφων σε ποσοστό επί των 12 μονάδων που κατ΄ ανώτατο όριο προβλέπεται για την αποτίμηση του κριτηρίου αυτού.
Για την διαδικασία της εκλογής και ειδικότερα για την καταμέτρηση των ψήφων τηρούνται πρακτικά από την εφορευτική επιτροπή, στα οποία καταγράφονται οι υποψήφιοι που αποκλείονται της περαιτέρω διαδικασίας επιλογής λόγω μη συγκεντρώσεως του απαιτούμενου ποσοστού 20% των εγκύρων ψήφων.
Η κεντρική επιτροπή εκλογών τηρεί πρακτικό στο οποίο περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων η πρόταση για τον αποκλεισμό όσων δεν έλαβαν το προαναφερθέν ποσοστό 20%, καθώς και υπολογισμός των μορίων που λαμβάνουν οι υποψήφιοι που συνεχίζουν να συμμετέχουν στην διαδικασία βάσει των ψήφων που έλαβαν.
Οι Διευθύνσεις Εκπαίδευσης καταρτίζουν τον τελικό πίνακα υποψηφίων ανά σχολική μονάδα που περιλαμβάνει το άθροισμα της μοριοδοτήσεως της επιστημονικής – παιδαγωγικής συγκροτήσεως και καταρτίσεως και της υπηρεσιακής καταστάσεως, καθοδηγητικής και διοικητικής εμπειρίας καθώς της μοριοδοτήσεως της συμβολής στο εκπαιδευτικό έργο, της προσωπικότητας και της γενικής συγκροτήσεως κατόπιν της αναφερθείσας αναγωγής του ποσοστού των ψήφων κατά την σχετική μυστική ψηφοφορία.
Μετά την εκδίκαση των ενστάσεων από τα αναφερθέντα περιφερειακά υπηρεσιακά συμβούλια πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως διευρυμένης συνθέσεως, οι αναμορφωμένοι σχετικοί πίνακες κυρώνονται από τον περιφερειακό διευθυντή εκπαίδευσης.
Οι διευθυντές των εν λόγω σχολικών μονάδων τοποθετούνται κατόπιν συνυπολογισμού όλων των μορίων που έλαβαν με απόφαση του περιφερειακού διευθυντή εκπαίδευσης κατόπιν πράξεως οικείων περιφερειακών υπηρεσιακών συμβουλίων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως. Τέλος εάν δεν υποβληθούν υποψηφιότητες ή εάν πληρούνται τα απαιτούμενα κριτήρια υποψηφιότητας σε κάποια σχολική μονάδα, η επιλογή του διευθυντή διενεργείται με απόφαση του οικείου περιφερειακού υπηρεσιακού συμβουλίου πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως.
13. Επειδή σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στην διαδικασία επιλογής και τοποθετήσεως διευθυντών σχολικών μονάδων ο σύλλογος διδασκόντων της οικείας σχολικής μονάδας έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα για την αποτίμηση μέσω μυστικής ψηφοφορίας της συμβολής στο εκπαιδευτικό έργο, της προσωπικότητας και της γενικής συγκροτήσεως του υποψηφίου, κριτήριο το οποίο λαμβάνει συνολικά το ένα τρίτο (1/3) περίπου της μέγιστης συνολικά βαθμολογίας που μπορεί να συγκεντρώσει ο υποψήφιος.
Μέσω της εν λόγω μυστικής ψηφοφορίας αποτιμώνται η προσωπικότητα, το ήθος, η εντιμότητα, το αίσθημα δικαιοσύνης, η δημοκρατική συμπεριφορά, η επαγγελματική ανάπτυξη και συνέπεια, καθώς και οι ικανότητες του υποψηφίου (όπως: ικανότητα επικοινωνίας και συνεργασίας, ικανότητα ανάπτυξης πρωτοβουλιών και επίλυσης προβλημάτων, ικανότητα δημιουργίας κατάλληλου παιδαγωγικού περιβάλλοντος), δηλαδή με τον τρόπο αυτό αποτιμάται τόσο η προσωπικότητα του υποψηφίου όσο και προσόντα του, τα οποία δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προσόντων που συνεκτιμώνται κατά την μοριοδότηση των λοιπών προβλεπόμενων κριτηρίων.
Η διαδικασία όμως της μυστικής ψηφοφορίας ως διαδικασία αναδείξεως οργάνων εν γένει διοικήσεως προσιδιάζει σε αυτοδιοικούμενες μονάδες ή είναι πρόσφορη σε περίπτωση αναδείξεως εκπροσώπων στα όργανα αυτά, όχι όμως στις σχολικές μονάδες της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως οι οποίες, κατά τα προαναφερθέντα, ανήκουν εκ του Συντάγματος στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Κράτους (ως αδιαίρετου και ενιαίου), η διοίκηση των οποίων πρέπει να αναδεικνύεται σ το πλαίσιο διαφανούς και αντικειμενικής διαδικασίας, κατάλληλης για την διασφάλιση της ενιαίας και ομοιόμορφης εφαρμογής των οριζομένων κριτήριων.
Περαιτέρω τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και προσόντα του υποψηφίου που σχετίζονται με το κριτήριο της συμβολής στο εκπαιδευτικό έργο, της προσωπικότητας και της γενικής συγκροτήσεώς του, δεν αξιολογούνται με αιτιολογία, αφού η επίδικη διαδικασία καταλήγει στην βαθμολογική αποτίμηση του κριτηρίου αυτού, η οποία προκύπτει από την αναγωγή του ποσοστού των ψήφων που έλαβε αυτός κατά την μυστική ψηφοφορία σε ποσοστό επί του αριθμού των κατ’ ανώτατο όριο μονάδων που αναλογούν στο εν λόγω κριτήριο.
Η έλλειψη αιτιολογίας και ειδικότερα πρακτικού ή άλλου στοιχείου, στο οποίο διατυπώνονται ειδικές σκέψεις και κρίσεις που τεκμηριώνουν την αποτίμηση του κριτηρίου αυτού σύμφωνα με τον φάκελο, καθιστά την επίδικη διαδικασία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αντίθετη στις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας και δη στην αρχή της ελεύθερης προσβάσεως και σταδιοδρομίας κάθε Έλληνα στις δημόσιες θέσεις κατά τον λόγο της προσωπικής του αξίας και ικανότητας, διότι δεν εξασφαλίζονται οι προϋποθέσεις αξιοκρατικής κρίσεως και αφετέρου δεν καθίσταται γνωστή στους υποψήφιους και ελέγξιμη από τον ακυρωτικό δικαστή, εν όψει του κατά το άρθρο 20 παράγραφος 1 του Συντάγματος δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας και του άρθρου 95 παράγραφος 1 εδάφιο α΄ του Συντάγματος περί κατοχυρώσεως της αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η αξιολόγηση των υποψηφίων ως προς το μνησθέν κριτήριο.
Επί πλέον ειδικά η σχετική διαδικασία της μυστικής ψηφοφορίας στην οποία μετέχουν όλοι οι υπηρετούντες στην οικεία σχολική μονάδα μόνιμοι και αναπληρωματικοί εκπαιδευτικοί, κατά το μέρος που αφορά την αποτίμηση της συμβολής στο εκπαιδευτικό έργο του υποψηφίου, δεν διασφαλίζει την έγκυρη αξιολόγηση με αντικειμενική και αξιοκρατική διαδικασία, δηλαδή από κατάλληλο όργανο και κατά τρόπο που καθίσταται ελέγξιμη η ουσιαστική αποτίμηση, και άρα δεν είναι πρόσφορη για την αξιοκρατική επιλογή των ικανοτέρων, όπως είναι σχετικά πρόσφορος για την υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων ο θεσμός των υπηρεσιακών εκθέσεων αξιολογήσεώς τους (βλ. ΠΕ 596/1995 και 45/2002), που ειδικά για τους εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως ρυθμίζεται με τις διατάξεις του π.δ. 152/2013 (Α΄ 240/5.11.2013).
Για τους λόγους αυτούς κατά παράβαση των προαναφερθεισών συνταγματικών διατάξεων θεσπίζεται η επίδικη επιλογή διευθυντών σχολικών μονάδων βάσει της αποτιμήσεως του κριτηρίου της συμβολής στο εκπαιδευτικό έργο, της προσωπικότητας και της γενικής συγκροτήσεως με την προεκτεθείσα διαδικασία της μυστικής ψηφοφορίας του συλλόγου διδασκόντων, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα.
Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση κατά το μέρος που με αυτήν ρυθμίζεται η επιλογή διευθυντών σχολικών μονάδων είναι παράνομη, αφού στηρίζεται στις διατάξεις του ν. 4327/2015 που έρχονται σε αντίθεση προς το Σύνταγμα και δεν μπορούν να εφαρμοσθούν, είναι δε αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων που προσάπτουν πλημμέλειες στο ζήτημα αυτό. Κατά την γνώμη της Συμβούλου Αναστασίας-Μαρίας Παπαδημητρίου και του Παρέδρου Δημητρίου Βανδώρου, η διαμόρφωση του συστήματος επιλογής των στελεχών της δημόσιας εκπαίδευσης, πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας, εμπίπτει στο ευρύ πεδίο πρωτοβουλίας και εκτίμησης του νομοθέτη, ο οποίος, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις υπό εξέλιξη κοινωνικές συνθήκες και αντιλήψεις, όσο, και κυρίως, τις ειδικές συνθήκες και ανάγκες του συγκεκριμένου επαγγελματικού χώρου, όπως εκάστοτε διαμορφώνονται, καθώς και την εμπειρία από την εφαρμογή ήδη θεσπισθέντων συστημάτων, έχει την ευχέρεια να επιλέξει τον κατά την κρίση του πλέον αξιοκρατικό τρόπο επιλογής των εν λόγω στελεχών, της επιλογής του υποκειμένης μόνο σε δικαστικό έλεγχο ορίων -και όχι ορθότητας ή αποτελεσματικότητας της επιλεγείσης ρυθμίσεως-, δεδομένου μάλιστα ότι κάθε σύστημα παρουσιάζει εγγενή πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Ενόψει των ανωτέρω, η θέσπιση της μυστικής ψηφοφορίας των μελών του συλλόγου διδασκόντων της οικείας σχολικής μονάδας, ως μέσου αξιολόγησης και βαθμολόγησης προσόντων των υποψηφίων για τη θέση του διευθυντή αυτής αναγομένων στην προσωπικότητα, γενική συγκρότηση και συμβολή αυτών στο εκπαιδευτικό έργο –βαθμολογίας που μπορεί να φθάσει μέχρι το ένα τρίτο περίπου της συνολικής-, δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να θεωρηθεί απρόσφορη και κειμένη εκτός του περιθωρίου εκτίμησης του νομοθέτη, καθόσον μάλιστα λαμβάνεται πρόνοια, με τις ήδη εκτεθείσες διατάξεις του νόμου και της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσης υπουργικής αποφάσεως, τόσο για την εξασφάλιση της δυνατότητας των μελών του οικείου συλλόγου να διαμορφώσουν προσωπική αντίληψη για υποψηφίους, οι οποίοι δεν είναι μέλη του, όσο και για το αδιάβλητο και την αντιπροσωπευτικότητα της ψηφοφορίας.
Εφόσον, όμως, με προγενέστερες διατάξεις [βλ. π.δ. 152/2013 και 30972/Γ1/2013 απόφαση του Υπουργού Παιδείας (Β΄ 614)], οι οποίες παραμένουν εν ισχύι, είχε καθιερωθεί και στην εκπαίδευση, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια, σύστημα αξιολόγησης όλων των εκπαιδευτικών λειτουργών, οι διατάξεις του ν. 4327/2015, στο μέτρο που δεν προβλέπουν καθόλου τη λήψη υπόψη των εν λόγω εκθέσεων αξιολόγησης των υποψηφίων για την ουσιαστική αξιολόγηση και βαθμολόγησή τους στο προαναφερθέν κριτήριο –και ιδίως στο υποκριτήριο της συμβολής στο εκπαιδευτικό έργο από τις θέσεις, στις οποίες έχουν υπηρετήσει-, αλλά ότι η βαθμολογία τους αυτή προκύπτει αποκλειστικά από την μυστική ψηφοφορία των μελών του συλλόγου διδασκόντων της οικείας σχολικής μονάδας, έρχονται σε αντίθεση προς τις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας. Εάν, εξάλλου, όπως ισχυρίζεται η Διοίκηση, δεν έχουν ακόμη συνταχθεί, παρά την ως άνω νομοθετική πρόβλεψη, οι εκθέσεις αξιολόγησης του συνόλου των εκπαιδευτικών λειτουργών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τούτο θα επέβαλε να τεθούν στον ν. 4327/2015 κατάλληλες μεταβατικού περιεχομένου διατάξεις και όχι να αποκλεισθεί παγίως η συνεκτίμηση των εκθέσεων αξιολόγησης κατά τη βαθμολόγηση των υποψηφίων για θέσεις διευθυντών σχολικών μονάδων. Συνεπώς, και κατά τη γνώμη αυτή, η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, κατά το μέρος που με αυτήν ρυθμίζεται, σε συμφωνία προς τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 4327/2015, η επιλογή διευθυντών σχολικών μονάδων, είναι μη νόμιμη.
14. Επειδή περαιτέρω οι αμφισβητούμενες ρυθμίσεις της προσβαλλόμενης υπουργικής αποφάσεως σχετίζονται με την επιλογή διευθυντών σχολικών μονάδων βάσει της αποτιμήσεως του προμνησθέντος κριτήριου με την μυστική ψηφοφορία του συλλόγου διδασκόντων και δεν αφορούν την αποτίμηση των δύο άλλων κριτηρίων, η οποία ρυθμίζεται αυτοτελώς στον νόμο. Επομένως οι λόγοι ακυρώσεως που ανάγονται στο κριτήριο της υπηρεσιακής καταστάσεως, της καθοδηγητικής και διοικητικής εμπειρίας και στην αποτίμησή του είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι βάλλουν ευθέως κατά ρυθμίσεων που περιέχονται στον τυπικό νόμο.
15. Επειδή δεδομένου ότι το Τμήμα άγεται σε κρίση περί αντισυνταγματικότητας διατάξεων τυπικού νόμου, πρέπει, κατά το άρθρο 100 παράγραφος 5 του Συντάγματος, το ζήτημα αυτό, όπως και η υπόθεση στο σύνολό της, να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου και να ορισθεί ενώπιόν της ως εισηγητής ο Σύμβουλος Δημήτριος Μακρής.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Παραπέμπει την υπόθεση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατά τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό.
Ορίζει εισηγητή τον Σύμβουλο Δημήτριο Μακρή.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα την 7η Ιανουαρίου 2016
 Η Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος  Ο Γραμματέας

 Αικ. Συγγούνα  Νικ. Βασιλόπουλος
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 31ης Μαρτίου του ιδίου έτους.
Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος  Ο Γραμματέας

  Αικ. Σακελλαροπούλου  Νικ. Βασιλόπουλος

Σάββατο, 13 Ιουνίου 2015

Οι λόγοι της προσφυγής στο ΣτΕ κατά του συστήματος επιλογής στελεχών εκπαίδευσης των Διευθυντών Εκπαίδευσης και 57 Διευθυντών Σχολείων

Συνολικά οι προσφυγόντες είναι 61 μαζί με την Πανελλήνια Ένωση Διευθυντών Εκπαίδευσης

ΡΕΠΟΡΤΑΖ ESOS

Το esos δημοσιεύει  τους λόγους  της αίτησης  προσωρινής αναστολής και  ακύρωσης του νόμου 4327/2015 για την επιλογή των υποψηφίων Διευθυντών των Σχολικών Μονάδων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, που κατέθεσαν  στο Συμβούλιο της Επικρατείας 57 Διευθυντές Σχολείων και η Πανελλήνια Ένωση Διευθυντών Εκπαίδευσης.

Συνολικά οι προσφυγόντες είναι 61 μαζί με την Πανελλήνια Ένωση Διευθυντών Εκπαίδευσης
.................................................................................................................................................................
IV. Λόγοι ακύρωσης
1. Η πρώτη από τις προσβαλλόμενες με την κρινόμενη αίτηση θέτει, στο πλαίσιο άσκησης δημόσιας εξουσίας, μονομερώς γενικούς και απρόσωπους κανόνες δικαίου. Δηλαδή, αποτελεί κανονιστική διοικητική πράξη, η έκδοση της οποίας προϋποθέτει πάντως και απαιτεί ρητή νομοθετική εξουσιοδότηση και το αντικείμενό της μπορεί επιτρεπτά να εξαντληθεί σε ζητήματα με τεχνικό ή λεπτομερειακό χαρακτήρα. Δεν επιτρέπεται, λοιπόν, να θέτει πρωτεύοντες κανόνες δικαίου, θεσπίζοντας νέες υποχρεώσεις ή νέα δικαιώματα, άλλως θα είναι ακυρωτέα, λόγω παράβασης νόμου.
Στο σημείο 1 του προοιμίου της η προσβαλλόμενη αναφέρεται, γενικόλογα, στις «διατάξεις του Κεφαλαίου Γ΄ του ν. 4327/2015». Από την προσεκτική ανάγνωση του νόμου συνάγεται, κατά τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, ότι ο κοινός νομοθέτης δεν έχει προβλέψει εξουσιοδοτική διάταξη για να παράσχει στον κανονιστικό (νομοθέτη) νόμιμα τη δυνατότητα να ρυθμίσει τις λεπτομέρειες για την εφαρμογή του. Δηλαδή, ο τελευταίος δεν εξοπλίζεται, ρητά, με κανονιστική αρμοδιότητα. Συνεπώς, η, εν γένει, επίκληση του Κεφαλαίου Γ΄ καταδεικνύει την απουσία ειδικής και ορισμένης πρόβλεψης, συνιστά ευθεία ομολογία ότι η προσβαλλόμενη εκδόθηκε δίχως ο Αναπληρωτής Υπουργός Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων να διαθέτει την, προς τούτο και συνταγματικά, επιβαλλόμενη εξουσία.
Βέβαια, στο μεγαλύτερο μέρος της η επίδικη υπουργική απόφαση επαναλαμβάνει, συχνά αυτολεξεί, ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη. Το γεγονός θα επέτρεπε, αποκλειστικά για τα συγκεκριμένα ζητήματα, ο κανονιστικός νομοθέτης να τα συμπεριλάβει στην εγκύκλιο εφαρμογής, δηλαδή σε πράξη υποδεέστερης τυπικής ισχύος. Ωστόσο, αυτός προκρίνει την επιλογή της κανονιστικής διοικητικής πράξης. Ελλείψει ειδικής και ορισμένης προς τούτο εξουσιοδότησης η προσβαλλόμενη είναι, λοιπόν, ακυρωτέα, προεχόντως ως παράνομη, αφού εκδόθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος.
2. Αλλά και εάν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι η απουσία ειδικής και ορισμένης νομοθετικής εξουσιοδότησης δεν επιδρά, κατ’ ακραία εξαίρεση, στη νομιμότητα και το κύρος της προσβαλλόμενης πράξης, τούτο θα μπορούσε να συζητηθεί αποκλειστικά κατά τα μέρος της που καταλαμβάνει τεχνικά ζητήματα της διαδικασίας για την αποτίμηση του κριτηρίου συμβολή στο εκπαιδευτικό έργο-προσωπικότητα-γενική συγκρότηση από το σύλλογο διδασκόντων της οικείας μονάδας. Πρόκειται για τους ορισμούς που συναντώνται, προνομιακά και κατά συντριπτική πλειονότητα, στο σώμα της υπουργικής απόφασης. Δεν είναι όμως οι μόνοι.
Εξίσου σημαντικοί, αφού συνάπτονται με το σκληρό πυρήνα της αποτίμησης, είναι οι ορισμοί που τίθενται, κατά πρώτον, στην προσβαλλόμενη πράξη. Ως τέτοιοι αναφέρονται, μεταξύ άλλων, η κατοχύρωση της δυνατότητας των υποψηφίων να εμφανιστούν, αυτοβούλως ή κατόπιν προσκλήσεως, ενώπιον του οικείου συλλόγου διδασκόντων και να αυτοπαρουσιαστούν (άρθρο 6), η ακύρωση του ψηφοδελτίου που φέρει λαθεμένη σημείωση ή δεν φέρει σταυρό (άρθρο 9 εδ. γ΄) και η συμπερίληψη των λευκών ψηφοδελτίων στα έγκυρα, δηλαδή ο συνυπολογισμός τους στην καταμέτρηση για τον καθορισμό του ελάχιστου ποσοστού συμμετοχής στην αξιολόγηση των λοιπών κριτηρίων (άρθρο 10 περίπτ. γ΄ πρότ. 3). Πρόκειται για ζητήματα, τα οποία, καθαυτά και ανεξαρτήτως της συμβατότητάς τους προς την ισχύουσα συνταγματική τάξη που εξετάζεται στη συνέχεια, δεν μπορεί να θεωρηθούν, κατά αντικειμενική κρίση, τεχνικού και λεπτομερειακού χαρακτήρα. Συνεπώς, η ρύθμισή τους με κανονιστική πράξη προϋποθέτει και απαιτεί ειδική εξουσιοδότηση, ελλείψει δε αυτής η προσβαλλόμενη καθίσταται, τουλάχιστον κατά το συγκεκριμένο μέρος της, ακυρωτέα, προεχόντως ως παράνομη.
3. Η επιλογή Διευθυντή σε όλους τους τύπους σχολικών μονάδων της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση του δικαιώματος πρόσβασης και σταδιοδρομίας κάθε Έλληνα πολίτη σε διοικητικά καθήκοντα κατά το λόγο της προσωπικής του αξίας και ικανότητας. Θεμελιώνεται στα άρθρα 4 παρ.1 και 4 και 5 παρ.1 του Συντάγματος. Η συμμόρφωση στο κανονιστικό τους περιεχόμενο επιβάλλει την επικράτηση της αξιοκρατίας και της ισότητας, οι οποίες συνθέτουν ισόκυρες αρχές, αυξημένης τυπικής ισχύος, για την είσοδο και την εξέλιξη στη διοικητική ιεραρχία, αποτελώντας επιμέρους εκφάνσεις του κράτους δικαίου (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.).
Ειδικότερα, η έννοια της αξιοκρατίας αναφέρεται στο άρθρο 103 παρ.7 Σ, το οποίο προστέθηκε με την αναθεώρηση του 2001, και αφορά στην πρόσληψη των υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Σύμφωνα με τη διάταξη: «Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας…». Ωστόσο, οι αρχές της αξιοκρατίας και της διαφάνειας εφαρμόζονται επίσης στην υπηρεσιακή εξέλιξη και την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων.
Κατά την ορθότερη άποψη, οι εν λόγω αρχές θεμελιώνονται, όπως προαναφέρθηκε, ερμηνευτικά καταρχήν στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 (αρχή ισότητας) και 5 παρ.1 Σ (ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας), σε συνδυασμό, όμως, και με τη δημοκρατική αρχή (ιδίως άρθρο 1 παρ.2 και 3 Σ), αλλά και στην αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου (άρθρο 25 παρ.1 Σ).
Συγκεκριμένα, η αρχή της αξιοκρατίας αποτελεί πρωτίστως εξειδίκευση των αρχών της αναλογικής ισότητας και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, ενώ η αρχή της διαφάνειας απορρέει ιδίως από την αρχή του κράτους δικαίου και συνιστά αναγκαίο παρακολούθημα της αρχής της αξιοκρατίας.Τη συνταγματική κατοχύρωση της αρχής της αξιοκρατίας αναγνωρίζει και η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σύμφωνα με αυτή: «Η αρχή της αξιοκρατίας υπαγορεύει όπως η πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις και αξιώματα γίνεται με κριτήρια που συνάπτονται με την προσωπική αξία και ικανότητα των ενδιαφερομένων»(ΣτΕ 1236/2003, ΤοΣ τ. 2/2003.339), ενώ σε άλλες αποφάσεις του γίνεται λόγος για την «απορρέουσα από την αρχή της ισότητας δημοκρατική αρχή της σταδιοδρομίας εκάστου κατά το λόγο της προσωπικής του αξίας»(ενδεικτικά ΣτΕ 2096/2000,ΤοΣ 2000.1288, επίσης ΣτΕ 1446/2003, 1252/2003, ΕΔΔΔΔ 2003.787, 1236/2003, ΤοΣ τ. 2/2003, 900/2003 ΤοΣ, τ. 2/2003.331). Κατά τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου η αρχή της αξιοκρατίας θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 5 παρ.1 Σ (ολΣτΕ 2396/2004, καθώς και τις μεταγενέστερες 3182/2006, 2040-2060/2006, 2063/2006, 692-701/2006, 231/2006).
Τόσο οι προσβαλλόμενες πράξεις όσο και οι διατάξεις, από τις οποίες φέρονται αυτές να αντλούν τη νομιμότητα της έκδοσής τους, πλήττουν σε βασικές επιλογές τους την αξιοκρατία και την ισότητα.
Ειδικότερα:
Α.. Από τη συνολική αποτίμηση κριτηρίων επιλογής διευθυντών σχολικών μονάδων (άρθρα 18 και 19 ν. 4327/2015) απουσιάζει η τελική βαθμολογία της αξιολόγησης (κατά το άρθρο 16 πδ 152/2013), όσων έχουν υπηρετήσει ως διευθυντές διεύθυνσης πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (περ.ε` του άρθρου 1 παρ.1 πδ 152/2013).
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.4 του ίδιου πδ,  oι διευθυντές διευθύνσεων εκπαίδευσηςέχουν αξιολογηθεί με τα ακόλουθα κριτήρια: άσκηση διοικητικού και οργανωτικού έργου, άσκηση του έργου της εποπτείας και της αξιολόγησης, η οποία περιλαμβάνει ως επιμέρους κριτήρια τον έλεγχο και αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, την οργάνωση της διαδικασίας αυτο-αξιολόγησης των υπηρεσιών των οποίων προΐστανται και την υλοποίηση των προγραμματισθεισών δράσεων και τεκμηρίωση των αποτελεσμάτων, παιδαγωγική οπτική στην άσκηση διοικητικού έργου σε εκπαιδευτική δομή, επιστημονική και επαγγελματική ανάπτυξη, η οποία περιλαμβάνει ως επιμέρους κριτήρια τατυπικά προσόντα και την επιστημονική ανάπτυξη, καθώς και την επαγγελματική ανάπτυξη.
Περαιτέρω, εφόσον ο κατά νόμο (άρθρο 2 παρ.1 του ίδιου πδ) διακηρυγμένος σκοπός της αξιολόγησης είναι η βελτίωση της ποιότητας του εκπαιδευτικού στελεχικού δυναμικού και του διοικητικού του έργου προς όφελος των ιδίων των εκπαιδευτικών, των μαθητών και της κοινωνίας, ενώ η ίδια αξιολόγηση (κατ` άρθρο 2 παρ.2 περ.δ` του ίδιου πδ) συμβάλλει μεταξύ άλλων στην παροχή κινήτρων για τη διαρκή επιστημονική και επαγγελματική ανάπτυξη και εξέλιξη των στελεχών και των εκπαιδευτικών, είναι προφανές ότι η μη συμπερίληψη της τελικής βαθμολογίας των αιτούντων, που έχουν υπηρετήσει στις παραπάνω θέσεις, παραβιάζει την αρχή της αξιοκρατίας, αφού τους στερεί από ένα προσόν, το οποίο θεσμοθετήθηκε προκειμένου να συνυπολογίζεται στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία.
Με άλλη διατύπωση, το στέλεχος της εκπαίδευσης που έχει υποστεί την κατά νόμο αξιολόγηση, είναι φορέας του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματός του να συνυπολογίζεται στη σταδιοδρομία του το αποτέλεσμα της αξιολογικής κρίσης (δηλαδή η τελική του βαθμολογία). Οι προσβαλλόμενες πράξειςόσο και οι διατάξεις, από τις οποίες φέρονται αυτές να αντλούν τη νομιμότητα της έκδοσής τους, παραβιάζουν τον πυρήνα του δικαιώματος αυτού, επειδή δεν συμπεριλαμβάνουν καθόλου την τελική βαθμολογία της αξιολόγησης στα κριτήρια επιλογής διευθυντών σχολικών μονάδων. 
Β.1. Το κριτήριο της υπηρεσιακής κατάστασης αποτιμάται σε 11 μονάδες κατ` ανώτατο όριο (άρθρο 14 παρ.3 περ.α` εδ.α` ν. 3848/2010, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 19 ν. 4327/2015), οι οποίες υπολογίζονται με βάση τη διδακτική εμπειρία αποτιμώμενη σε 1 μονάδα για κάθε έτος πέραν του χρόνου που αποτελεί προϋπόθεση για τη συμμετοχή στη διαδικασία επιλογής διευθυντών σχολικών μονάδων (εδ.β` της άνω διάταξης), δηλαδή αποτιμάται 1 μονάδα για κάθε έτος άσκησης διδακτικών καθηκόντων πέραν των (8) οκτώ, εφόσον, κατά το άρθρο 11 παρ.2 ν. 3848/2010, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 ν. 4327/2015, τόσα έτη διδακτικής υπηρεσίας προαπαιτούνται για την κατάληψη θέσης διευθυντή σχολικών μονάδων.
Η παραπάνω διάταξη εφαρμόζεται σε συνδυασμό με τη του άρθρου 11 παρ.7 εδ.β` ν. 3848/2010, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 ν. 4327/2015, το οποίο ορίζει ότι «όπου στις διατάξεις στις διατάξεις του παρόντος άρθρου προβλέπεται διδακτική υπηρεσία, λογίζεται: α) η άσκηση διδακτικού έργου σε μονάδες Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, β) οι άδειες κύησης, λοχείας, ανατροφής τέκνου, γ) η θητεία σχολικού συμβούλου, δ) η θητεία σε Κέντρα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης (Κ.Π.Ε.), ε) η θητεία σε θέσεις Υπευθύνων Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, Αγωγής, Υγείας, Πολιτιστικών θεμάτων και σχολικών δραστηριοτήτων, στ) η θητεία των υπευθύνων ΓΡΑΣΕΠ, ΚΕΣΥΠ, ΣΕΠ, ΚΕΠΛΗΝΕΤ, ΕΚΦΕ και Συμβουλευτικών Σταθμών Νέων».
Μεθοδευμένα, από την προσμέτρηση διδακτικής υπηρεσίας απουσιάζει η θητεία σε θέση Διευθυντών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, αν και με την ίδια διάταξη προσμετρώνται θητείες σε αμιγώς διοικητικές θέσεις, θητείες σε θέσεις με μειωμένη διδακτική ενασχόληση, χρόνος παντελούς απουσίας από το σχολείο και την υπηρεσία, καθώς και χρόνος υπηρεσίας που έχει λιγότερη συνάφεια με τη διδακτική πράξη απ΄ό,τι η θητεία σε θέση Διευθυντή Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης ή Προϊστάμενου Εκπαιδευτικών θεμάτων, όπως σαφώς προκύπτει από την ΥΑ Φ.353.1/324/1056.57/Δ1/16.10.2002 (ΦΕΚ 1340 Β΄), η οποία στα άρθρα 14 έως και 23 και 26 περιγράφει με σαφήνεια τις αρμοδιότητες των στελεχών αυτών που σχετίζονται με την διδακτική πράξη.
Σαν να μην έφτανε η παραπάνω αδικαιολόγητη διάκριση, το άρθρο 1 της προσβαλλόμενης Φ.361.22/33/83657/Ε3/26.5.2015 προβλέπει εκτός κάθε πλαισίου εξουσιοδότησης ότι «Στο χρόνο άσκησης διδακτικών καθηκόντων προσμετρώνται και τα διαστήματα βραχυχρόνιας απουσίας του εκπαιδευτικού από τα διδακτικά του καθήκοντα, ως ακολούθως:
- Οι κανονικές άδειες του άρθρου 48, οι ειδικές άδειες του άρθρου 50, οι γονικές άδειες της παρ. 6 του άρθρου 53, οι βραχυχρόνιες αναρρωτικές άδειες της παρ. 2 του άρθρου 55, οι άδειες μικρής χρονικής διάρκειας του άρθρου 59 και οι άδειες εξετάσεων του άρθρου 60 του υπαλληλικού κώδικα (κυρωτικός ν. Ν. 3528/2007 Φ.Ε.Κ.26 τ.Α΄, 9-2-2007), και των άρθρων 2 και 5 του ν.4210/2013 (ΦΕΚ 128 Α).
- οι βραχυχρόνιες συνδικαλιστικές άδειες που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 17 &18 του ν.1264/1982 (ΦΕΚ 79 Α΄), του άρθρου 6 του ν. 2224/1994 (ΦΕΚ 112 Α΄) και του άρθρου 11 του ν. 2336/1995 (ΦΕΚ 189 Α΄).
- οι άδειες αιρετών Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 5, και 182 παρ.2,3 & 4 εφόσον χορηγούνται τμηματικά. του άρθρου 183 του ν. 3852/2010 (ΦΕΚ 87/Α’) και του άρθρου 7 παρ. 1 και 3 του ν.4071/2012 (ΦΕΚ 85/Α ),
- οι άδειες για συμμετοχή σε εθνικούς αγώνες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 665/1977 ( ΦΕΚ 225 Α΄)».
Από τα παραπάνω με σαφήνεια συνάγεται ότι κατά την αποτίμηση του κριτηρίου της υπηρεσιακής κατάστασης τόσο οι προσβαλλόμενες πράξεις όσο και οι διατάξεις, από τις οποίες φέρονται αυτές να αντλούν τη νομιμότητα της έκδοσής τους, παραβιάζουν την αρχή της αξιοκρατίας υπό την ιδιαίτερη έκφανσή της ως απόρροια της αρχής της ισότητας διότι για τους αιτούντες που έχουν υπηρετήσει σε θέση Διευθυντή Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης ή Προϊστάμενου Εκπαιδευτικών εισάγεται αδικαιολόγητη δυσμενής μεταχείριση.
Β.2. Το κριτήριο της καθοδηγητικής και διοικητικής εμπειρίας, δηλαδή το κριτήριο της διοικητικής επάρκειας, το οποίο αφορά στις σημαντικότερες αρμοδιότητες μίας κατ` εξοχήν διοικητικής θέσης όπως αυτή των διευθυντών σχολικών μονάδων, αποτιμάται σε μόλις 3 μονάδες κατ` ανώτατο όριο (άρθρο 14 παρ.3 περ.α` εδ.β` ν. 3848/2010, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 19 ν. 4327/2015) έναντι των 35 έως 37 συνολικών μονάδων που μπορεί να συγκεντρώσει ο υποψήφιος διευθυντής σχολικής μονάδας.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την υποπαράγραφο αα) της παραπάνω διάταξης αποτιμάται η άσκηση καθηκόντων περιφερειακού Διευθυντή εκπαίδευσης, σχολικού συμβούλου, Διευθυντή Εκπαίδευσης ή προϊσταμένου γραφείου εκπαίδευσης, προϊσταμένου ΚΕ.Δ.Δ.Υ. ή αναπληρωτή προϊσταμένου ΚΕ.Δ.Δ.Υ., Διευθυντή σχολικής μονάδας Σ.Ε.Κ. (Σχολικά Εργαστηριακά Κέντρα) ή Ε.Κ., υπεύθυνου ΚΠΕ με 0,5 μονάδα για κάθε έτος και με δύο (2) μονάδες κατ’ ανώτατο όριο για τους Διευθυντές Σχολικών Μονάδων και τρεις (3) μονάδες κατ’ ανώτατο όριο για τους Διευθυντές Εκπαίδευσης. Περαιτέρω, η άσκηση καθηκόντωνπροϊσταμένου σχολικής μονάδας, προϊσταμένου τμήματος εκπαιδευτικών θεμάτων διεύθυνσης εκπαίδευσης, υποδιευθυντή σχολικής μονάδας, Σ.Ε.Κ. ή Ε.Κ., Υπευθύνου Τομέα Σ.Ε.Κ. ή Ε.Κ., υπευθύνου περιβαλλοντικής εκπαίδευσης ή αγωγής υγείας ή πολιτιστικών θεμάτων στη διεύθυνση εκπαίδευσης, υπευθύνου Κέντρου Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού (ΚΕ.ΣΥ.Π.), Γραφείου Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού (Σ.Ε.Π.), Εργαστηριακού Κέντρου Φυσικών Επιστημών (Ε.Κ.Φ.Ε.), Κέντρου Πληροφορικής και Νέων Τεχνολογιών(ΠΛΗ.ΝΕ.Τ.), Συμβουλευτικού Σταθμού Νέων αποτιμάται με 0,25 μονάδες για κάθε έτος και μέχρι μία (1) μονάδα κατ’ ανώτατο όριο.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η άσκηση διοικητικών καθηκόντων για την κατάληψη μίας διοικητικής θέσης αποτιμάται στο 1/3 της βαρύτητας, με την οποία αποτιμάται ο χρόνος διδακτικής υπηρεσίας, ενώ κάθε επιμέρους έτος άσκηση διοικητικών καθηκόντων (πάντα για την κατάληψη μίας διοικητικής θέσης!) αποτιμάται στο ήμισυ της αποτίμησης ενός έτους διδακτικής υπηρεσίας. Επιπλέον, δεν αποτιμάται καθόλου ο χρόνος άσκησης διοικητικών καθηκόντων που υπερβαίνει τα τέσσερα (4) έτη, ενώ αντίθετα αποτιμάται ο χρόνος διδακτικής υπηρεσίας που υπερβαίνει τα δύο (2) έτη.
Από τα παραπάνω με σαφήνεια συνάγεται ότι κατά την αποτίμηση του κριτηρίου της καθοδηγητικής και διοικητικής εμπειρίας τόσο οι προσβαλλόμενες πράξεις όσο και οι διατάξεις, από τις οποίες φέρονται αυτές να αντλούν τη νομιμότητα της έκδοσής τους, παραβιάζουν βάναυσα την αρχή της αξιοκρατίας, η οποία επιτάσσει να μην βρίσκεται σε προφανή δυσαναλογία με το αντικείμενο της υπό κατάληψη θέση η βαρύτητα των επιμέρους κριτηρίων που αντιστοιχούν ή αποδεικνύουν καταλληλότητα με το ίδιο το αντικείμενο της υπό κατάληψη θέσης, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
Γ. Ι. Αν και η συμβολή στο εκπαιδευτικό έργο, η προσωπικότητα και η γενική συγκρότηση του υποψηφίου διευθυντή σχολικής μονάδας κατοχυρώνεται ως διακριτό και ανεξάρτητο κριτήριο επιλογής (άρθρα 12 παρ.1 περ.γ και 14 παρ.4 περ.α ν. 3848/2010, όπως αντικαταστάθηκαν αντίστοιχα με τα άρθρα 18 και 19 ν. 4327/2015) αποτιμώμενο, κατ’ ανώτατο όριο, σε 12 μονάδες, ο κοινός και ο κανονιστικός νομοθέτης εξαρτούν, εντέλει, τη βαθμολόγησή του με τη διεξαγωγή μυστικής ψηφοφορίας, στην οποία απαιτείται η συμμετοχή τουλάχιστον του 65% του συλλόγου διδασκόντων («Προκειμένου η ψηφοφορία να είναι έγκυρη, απαιτείται αυξημένη συμμετοχή, τουλάχιστον 65% των μελών του συλλόγου διδασκόντων»). Ακόμη όμως και στην περίπτωση που συγκεντρωθεί το παραπάνω ποσοστό, για να συνεχίσει,όχι μόνο να αποτελεί εξατομικευμένο κριτήριο επιλογής, αλλά και για να συμμετάσχει εν γένει στην όλη διαδικασία, πρέπει ο υποψήφιος να λάβει το 20% των εγκύρων ψηφοδελτίων («Υποψήφιο στέλεχος το οποίο δεν συγκεντρώνει κατά τη μυστική ψηφοφορία το 20% των εγκύρων ψήφων, δεν συμμετέχει στην περαιτέρω διαδικασία επιλογής»). Διαφορετικά, όταν η συμμετοχή των μελών του συλλόγου διδασκόντων υπολείπεται του κατωφλίου δεν θα αποτιμηθεί το συγκεκριμένο κριτήριο για το σύνολο των υποψηφίων στην οικεία σχολική μονάδα. Επιπροσθέτως, όλοι οι υποψήφιοι θα αποκλειστούν από το σύνολο της περαιτέρω διαδικασίας, αφού όταν δεν υπάρχει έγκυρη ψηφοφορία, είναι αυτονόητο ότι δεν υπάρχει και η ελάχιστη «εκλογική δύναμη» του 20% επί των εγκύρων. Αντίστοιχα όταν ο υποψήφιος δενπετύχει την ελάχιστη «εκλογική δύναμη», αλλά η συμμετοχή είναι επαρκής, αυτόςαποκλείεται από το σύνολο της περαιτέρω διαδικασίας άνευ ετέρου.
Η αντικατάσταση, δίχως κανένα προφανή και αποχρώντα λόγο, της συνέντευξης, όπως προβλέπονταν στο προϊσχύσαν δίκαιο για την αποτίμηση του επίμαχου κριτηρίου, από τη μυστική ψηφοφορία φέρνει αντιμέτωπη την αρχή της αξιοκρατίας με την ετυμηγορία συλλογικού οργάνου, το οποίο ενδέχεται μάλιστα, τουλάχιστον κατά πλειονότητα των μελών, να μην έχει ιδία εικόνα για κάθε υποψήφιο. Εξάλλου, η αδυναμία συγκέντρωσης του ελάχιστου ποσοστού συμμετοχής, δεδομένου του περιορισμένου συγκριτικά αριθμού των μελών του συλλόγου, δεν αποκλείεται να καταστήσει, μεθοδευμένα, άκυρη τη διαδικασία και, μοιραία, να στερήσει τη συμμετοχή στη διαδικασία του συνόλου των υποψηφίων. Έτσι, πέραν της αξιοκρατίας, αφού επέρχεται αποκλεισμός από την αποτίμηση για ποσοτικούς και μόνο λόγους, πλήττεται, επιπλέον, και η αρχή της ισότητας. Η αρχή της ισότητας δοκιμάζεται εντονότερα στην περίπτωση υποψηφίου με εκλογική δύναμη μικρότερη του 20% των εγκύρων ψηφοδελτίων. Τότε και αντί να λάβει τις μονάδες που  αναλογούν στα έγκυρα ψηφοδέλτιά του, σε όποιο ύψος και εάν ανέλθουν, τελικά, όχι μόνο δεν θα κριθεί στο σύνολο των νομοθετημένων κριτηρίων αλλά και, αποκλειστεί από τη διαγωνιστική διαδικασία, ενώ συνυποψήφιοί του με μικρή υπέρβαση του «εκλογικού κατωφλίου» θα αποκτήσουν το προνόμιο να επιλεγούν ακόμη κι αν υπολείπονται εμφανώς στα λοιπά κριτήρια.
Επομένως, επειδή η απαίτηση ελάχιστου ποσοστού συμμετοχής στη μυστική ψηφοφορία κάθε σχολικής μονάδας και ελάχιστης εκλογικής δύναμης για κάθε υποψήφιο αντίκειται στις αρχές της αξιοκρατίας και της ισότητας, οι συγκεκριμένες επιλογές του κανονιστικού νομοθέτη είναι ακυρωτέες.
ΙΙ. Κατά την αποτίμηση του συγκεκριμένου κριτηρίου με μυστική ψηφοφορία πλήττονται η αρχή της αξιοκρατίας και η αρχή της διαφάνειας με έναν ακόμη τρόπο. Συγκεκριμένα, απόρροια ιδίως της αρχής της διαφάνειας, αλλά και επιταγή του κράτους δικαίου, αποτελεί η υποχρέωση αιτιολόγησης των ατομικών διοικητικών πράξεων, ιδιαίτερα μάλιστα όταν οι ατομικές διοικητικές πράξεις είναι το αποτέλεσμα αξιολογικών κρίσεων και όταν αυτές εκδίδονται με διακριτική ευχέρεια. Ιδιαίτερη περίπτωση αιτιολογίας υφίσταται όταν η ατομική διοικητική πράξη είναι προϊόν απόφασης συλλογικού οργάνου και έχει ως αντικείμενο την επιλογή συγκεκριμένου προσώπου. Τότε κάθε μέλος του οργάνου οφείλει να εξηγήσει ότι ψήφος του είναι σύμφωνη με κριτήρια επιλογής που θέτει ο νόμος κι έτσι η αιτιολογία της πράξης συγκροτείται από τις επιμέρους αιτιολογήσεις των ψήφων που συγκεντρώνει το επιλεγέν πρόσωπο. Με τον τρόπο αυτό είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας ή μη της αιτιολογίας τέτοιων πράξεων. Εννοείται ότι τέτοια υποχρέωση αιτιολόγησης της ψήφου τους δεν έχουν τα μέλη συλλογικών οργάνων, όταν κατά νόμο η επιλογή δεν εξαρτάται από ουσιαστικά κριτήρια.
Στην υπό κρίση περίπτωση το άρθρο 14 παρ.4 ν. 3848/2010, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρο 19 ν. 4327/2015 ορίζει ότι για το κριτήριοτης συμβολής στο εκπαιδευτικό έργο, της προσωπικότητας και της γενικής συγκρότησης του υποψηφίου διευθυντή σχολικής μονάδας, το οποίο από τη φύση εμπεριέχει αξιολογική κρίση, αφού ο νόμος δεν ορίζει ότι λαμβάνει τις αντίστοιχες 12 μονάδες το δημοφιλέστερο μέλος του συλλόγου διδασκόντων, εκτιμώνται «στοιχεία της προσωπικότητας που έχουν αναδειχθεί στην καθημερινότητα της σχολικής ζωής, όπως η προσωπικότητα, το ήθος, η εντιμότητα, το αίσθημα δικαιοσύνης, η δημοκρατική συμπεριφορά, η επαγγελματική ανάπτυξη και συνέπεια, καθώς και οι ικανότητες του υποψηφίου.
Στις ικανότητες του υποψηφίου περιλαμβάνονται ενδεικτικώς: η ικανότητα επικοινωνίας και συνεργασίας, η ικανότητα ανάπτυξης πρωτοβουλιών και επίλυσης προβλημάτων ιδίως διδακτικών, διοικητικών, οργανωτικών και λειτουργικών, καθώς και η ικανότητα δημιουργίας κατάλληλου παιδαγωγικού περιβάλλοντος έμπνευσης των εκπαιδευτικών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους». Μάλιστα, πάντα κατά την ίδια διάταξη, «ο σύλλογος διδασκόντων κατά την εκτίμησή του λαμβάνει, επίσης, υπόψη: τα στοιχεία τα οποία ο υποψήφιος έχει καταθέσει προς μοριοδότηση στο οικείο ΠΥΣΠΕ ή ΠΥΣΔΕ, καθώς και τα στοιχεία τα οποία αναφέρει στο βιογραφικό του σημείωμα, αποδεικνύονται με παραστατικά (αντίγραφα, βεβαιώσεις) και δεν μοριοδοτούνται, όπως: άλλες σπουδές, επιμόρφωση και μετεκπαίδευση, οργάνωση εκπαιδευτικών συνεδρίων, σεμιναρίων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων ή συμμετοχή σε αυτά με την ιδιότητα του εισηγητή, του μέλους της επιστημονικής ομάδας ή του επιμορφωτή, συγγραφικό και ερευνητικό έργο, πρωτοβουλίες σε σχέση με το εκπαιδευτικό έργο, υλοποίηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων και εφαρμογή καινοτομιών, σχετική με την εκπαίδευση διοικητική ή καθοδηγητική εμπειρία, επιμορφωτικές συναντήσεις, συμμετοχή σε συμβούλια, επιτροπές ή ομάδες εργασίας, κοινωνική και συνδικαλιστική δράση, συμμετοχή σε όργανα διοίκησης επιστημονικών και εκπαιδευτικών οργανώσεων ή σε όργανα λαϊκής συμμετοχής και επίσημες διακρίσεις».
Από τα παραπάνω καθίσταται προφανές ότι η επιλογή, τόσο με τις προσβαλλόμενες πράξειςόσο και με τις διατάξεις, από τις οποίες φέρονται αυτές να αντλούν τη νομιμότητα της έκδοσής τους, του μέσου της μυστικής ψηφοφορίας για την αποτίμηση και αξιολόγηση του συγκεκριμένου κριτηρίου παραβιάζει βάναυσα και πάλιτις αρχές της αξιοκρατίας και της διαφάνειας, όπως επίσης και την αρχή του κράτους δικαίου, καθώς με το μέσο αυτό είναι αδύνατος ο ευρύτερος νομικός και ο ειδικότερος δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας των ψήφων των μελών του συλλόγου διδασκόντων, αφού από τη φύση της η μυστική ψήφος δεν αιτιολογείται.
ΙΙΙ. Σε συνέχεια των παραπάνω, αντίθετη προς την αρχή της αξιοκρατίας είναι η νομοθετική πρόβλεψη (άρθρο 14 παρ.4 ν. 3848/2010, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρο 19 ν. 4327/2015) ότι «στην ψηφοφορία συμμετέχουν και οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί», καθώς με τον τρόπο αυτό η σταδιοδρομία ενός δημοσίου υπαλλήλου, μέσω της αποτίμησης του αν το ίδιο ως άνω κριτήριο συντρέχει στο πρόσωπο του, δηλαδή στο πρόσωπο ενός εκτελεστή της θέλησης του κράτους (άρθρο 103 παρ.1 Σ) που προσλήφθηκε με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας (άρθρο 103 παρ.7 εδ.β` Σ), αλλά και υπηρετεί με αυξημένες εγγυήσεις προσωπικής ανεξαρτησίας (άρθρο 103 παρ.4 Σ), εξαρτάται και από την ανέλεγκτη και αναιτιολόγητη ισόκυρη ψήφο προσώπων που εργάζονται περιστασιακά στο δημόσιο (άρθρο 103 παρ.8 Σ) χωρίς η επιλογή τους για την παροχή της εργασίας τους να έχει γίνει με τις ως άνω αυξημένες εγγυήσεις.
4. Στην προσβαλλόμενη απόφαση κατοχυρώνεται ως μέσο έκφρασης της προτίμησης των μελών του οικείου συλλόγου διδασκόντων το ψηφοδέλτιο (άρθρο 8). Σε αυτό αναγράφονται τα ονόματα των υποψηφίων και κάθε εκλογέας επιλέγει τον εκλεκτό του, θέτοντας σταυρό παραπλεύρως του ονόματός του. Μαζί με το έντυπο διανέμεται, επίσης, λευκό ψηφοδέλτιο, το οποίο, όταν εξαχθεί από το φάκελο, καταμετράται στα έγκυρα.
Το λευκό διακρίνεται σαφώς τόσο από το έγκυρο όσο και από το άκυρο ψηφοδέλτιο. Αντανακλά διακριτή μορφή έκφρασης της βούλησης του εκλογέα. Όποιος ψηφίζει λευκό, αποδοκιμάζει και απορρίπτει τις προτεινόμενες επιλογές, σε αντίθεση με εκείνον που σταυροδοτεί, δηλαδή προκρίνει μια από αυτές. Συνεπώς, η εξομοίωση του λευκού με το έγκυρο, όπως προβλέπεται στην προσβαλλόμενη πράξη, είναι προφανώς συστηματικά εσφαλμένη, ταυτίζει αυθαίρετα δύο διακριτές μεταξύ τους επιλογές και αυξάνει σε βάρος του υποψηφίου με τη μικρότερη εκλογική δύναμη τη βάση υπολογισμού για τη συμμετοχή του στην αποτίμηση του κριτηρίου της συμβολής στο εκπαιδευτικό έργο-προσωπικότητα-γενική τους συγκρότηση, «σπρώχνοντάς τον εντέλει εγγύτερα στον αποκλεισμό από την αποτίμηση του συγκεκριμένου κριτηρίου. Έτσι, νοθεύεται, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, η εκφρασμένη βούληση στο αποτέλεσμα της ψηφοφορίας και πλήττονται, στο σκληρό τους πυρήνα, οι αρχές της αξιοκρατίας και της ισότητας.
Για όλους αυτούς τους λόγους, η επίδικη πρόβλεψη της προσβαλλόμενης πράξης είναι ακυρωτέα, προεχόντως ως παράνομη και, σε κάθε περίπτωση, παντελώς αναιτιολόγητη.
V.Περίληψη των νομικών ζητημάτων
Με την παρούσα αίτηση τίθεται κυρίως το ζήτημα της συμβατότητας με τις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της αξιοκρατίας και της διαφάνειας συστήματος επιλογής διευθυντών σχολικών μονάδων, όπως αυτό μεταρρυθμίστηκε με τα άρθρα 16 έως 19 του ν. 4327/2015. Επίσης τίθεται το ζήτημα της απουσίας νομοθετικής εξουσιοδότησης για την έκδοση της πρώτης προσβαλλόμενης. 

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2015

Επίφαση δημοκρατικότητας, καινοφανείς πειραματισμοί, κατηγοριοποιήσεις και απαράδεκτοι αποκλεισμοί

στο κεφάλαιο Γ΄ (στελέχη εκπαίδευσης)  του Σχεδίου Νόμου «Επείγοντα μέτρα για την Πρωτοβάθμια, Δευτεροβάθμια και Τριτοβάθμια Εκπαίδευση»

Οι απόψεις των Διευθυντών Εκπαίδευσης

Μετά από 100 ημέρες αλληλοσυγκρουόμενων δηλώσεων, διαρροών και επιλεκτικών (κομματικών) επαφών έχουμε επιτέλους  τις «κατεπείγουσες» τροπολογίες, οι οποίες -μετά από τις έντονες αντιδράσεις πολλών βουλευτών στην επιτροπή μορφωτικών υποθέσεων- μετατρέπονται σε κατεπείγον σχέδιο Νόμου.
Ανάμεσα στις κατεπείγουσες ρυθμίσεις συμπεριλαμβάνεται και αυτή της επιλογής των στελεχών εκπαίδευσης  με το διαχωρισμό τους σε δυο κατηγορίες στελεχών, αυτών για τους οποίους είναι κατεπείγουσα η ανάγκη επιλογής και αυτών που η θητεία παρατείνεται ως τις 31-12-2015 (ίσως και αργότερα).
Ας επιχειρήσουμε μια σύντομη προσέγγιση, μήπως και επέλθει μερική απαγκίστρωση των επιχειρούμενων αλλαγών από  τις επικίνδυνες ιδεοληπτικές  εμμονές των διαφόρων  συμβουλατόρων του ΥΠΟΠΑΙΘ (ψευδαισθήσεις; Ίσως…).  
Η θητεία όλων των στελεχών της εκπαίδευσης, με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, λήγει στις 31-07-2015. Η επιλογή των νέων, για λόγους ισότητας και δικαιοσύνης, επιβάλλεται να είναι ενιαία. Αυτό βέβαια, στο κατατεθέν νομοσχέδιο, δε συμβαίνει.
Που έγκειται όμως το στοιχείο του κατεπείγοντος στην επιλογή στελεχών, όταν η θητεία  κάποιων παρατείνεται μέχρι 31-12-2015 ενώ των υπολοίπων όχι; Ποιοι άραγε οι λόγοι του διαχωρισμού των στελεχών σε κατηγορίες; Γιατί να μην παρατείνεται η θητεία όλων μέχρι 31-12-2015, ώστε να δοθεί ο χρόνος για ουσιαστική διαβούλευση των σκέψεων της πολιτικής ηγεσίας και στη συνέχεια να προχωρήσει σε ενιαία προκήρυξη;  Μήπως μετά την πλήρη επικράτηση του πιο ακραίου κομματισμού στις επιλογές των Περιφερειακών Διευθυντών, επιχειρείται ο κομματικός έλεγχος  -σε όλα τα επίπεδα της διοίκησης της εκπαίδευσης- με μεθόδους τύπου «Σοβιέτ»; ΄Η μήπως θέτοντας τους εκπαιδευτικούς σε εκλογικές διαδικασίες –που δεν τις αιτήθηκαν ποτέ- ευελπιστούν πως θα τους αποπροσανατολίσουν  από τον χονδροειδέστατο εμπαιγμό με την αθέτηση όλων των προεκλογικών τους υποσχέσεων.